Ο Απόμαχος

Συγγραφέας: 
Χρίστος Μάντζαρης

Ήταν ακόμη σκοτάδι βαθύ όταν ο καπτά Χρίστος άνοιξε τα μάτια του.

Έξω ο αέρας, ένας φορτσάτος Γαρμπής(*), σφύριζε ανάμεσα στις βελόνες του πεύκου στην αυλή, φέρνοντας μέχρι απάνω στο σπιτάκι στη κορφή του βράχου, τον αχό και τα τσερπίσματα (**) των κυμάτων που έσπαγαν στα ριζά του κάβου, ζητώντας να καταπιούν κι αυτόν, και το σπιτάκι, κι αυτούς που ζούν σ’ αυτό.

Σηκώθηκε απ’ το κρεββάτι του αθόρυβα όσο μπορούσε, να μην ξυπνήσει την καπετάνισα που κοιμόταν δίπλα του και ακροπατώντας βγήκε από την κάμαρα, στο μικρό καθιστικό.

Ο Τσίφτης, ο Ελληνικός ποιμενικός, ξαπλωμένος μπροστά στο σβυστό τζάκι ορθώθηκε στη θέα του αφεντικού, και κουνώντας ζωηρά την ουρά του, πήγε και στάθηκε μπροστά στην εξώπορτα περιμένοντας να του ανοίξει.

Τ’ αγαπούσε τα σκυλιά ο καπτά Χρίστος, και προπαντός αυτή τη ράτσα, χιλιάδες χρόνια στον Ελλαδικό χώρο.

Αγαπούσε και τα καναρίνια και πάντα στη γέφυρα είχε 3 ― 4 κλουβιά με καναρίνια που αγόραζε στο Ροζάριο της Αργεντινής. Μέχρι κι ένα σαρανταπεντάρι δίσκο είχε με βαλσάκια του Στράους με συνοδεία κελαιδημάτων καναριών. SYMFONIA DE CANARIOS, για να μαθαίνουν τα καναρίνια του να κελαιδούν με πολλές παραλλαγές και ντρίλιες.

Ο καπτά Χρίστος ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στη μούρη του και βγήκε έξω κρατώντας στο χέρι του τη νιτσεράδα (***) του, με τον σκύλο στο κατόπι του.

Κοντοστάθηκε και ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, έναν ουρανό σκεπασμένο από τα μαύρα πυκνά σύννεφα του Γαρμπή.

Είχε αρχίσει να χαράζει.

Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα να καλωσορίσει την ημέρα που ‘ρχότανε, συνήθειο που του είχε μείνει από τότε που ήτανε Γραμματικός (****) στα βαπόρια, στη βάρδυα 4 ― 8.

Χαμήλωσε τη ματιά του στην «μεγάλη του αγαπητικιά», την αγριεμένη θάλασσα.

«Λύσσαξες, σκρόφα, λύσσαξες», μονολόγησε.

Είχε μια περίεργη σχέση με την θάλασσα. Αυτή τη σχέση που έχουν αυτοί που την ταξίδεψαν, από μεράκι και μόνο, μια σχέση εραστή και ερωμένης.

Αυτή, πότε χαμογελαστή και χαδιάρα στα πόδια του, με ανοιχτή την απέραντη αγκαλιά της, να τον προκαλεί να την οργώσει, να τον μαργιολέψη με την γαλήνη της, να του κουνιέται με τον βουβό κυματισμό της, κι αυτός, κύρης και αφέντης της, με γαληνεμένη την όψη του μεν, αλλά πάντα με τις αισθήσεις του σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσει ότι αυτή του ετοίμαζε, να την χαίρεται, και να γλυστράει απάνω της απαλά, σαν σε γυναικείο κορμί.

Κι αυτή να τον δέχεται, να του φωσφορίζει τις αφέγγαρες νύχτες, και να του λάμπει φτιασιδωμένη με τα διαμάντια του αφρού της την ημέρα.

(*) Νοτιοδυτικός άνεμος

(**) Σταγόνες θαλασσινού νερού

(***) Αδιάβροχο

(****) Υποπλοίαρχος

Πότε πάλι, αγριεμένη να τον πολεμάει αφρίζοντας απ’ το κακό της να θέλει να τον κρατήσει για πάντα στην αγκαλιά της, να μην της τον πάρει η στεριά, να τον έχει δικό της, μόνο δικό της.

Το λάγνο κούνημα της να έχει μεταβληθεί σε χτυπήματα, σε μανία κόντρα σ’ αυτόν που την οργώνει και την τιθασεύει, σαν γνήσια ερωμένη.

Κι αυτός, με την όψη το ίδιο άγρια και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του τραβηγμένα και όλο σκληράδα, να της αντιστέκεται, να της ξεφεύγει, να την βρίζει, καρφωμένος με ανοιχτά τα πόδια για ευστάθεια, στο σταβέντο (*) φτερό της γέφυρας.

Κι η ψυχή του να γεμίζει ικανοποίηση, σε κάθε κύμα που τον χτυπούσε, γιατί και πάλι νικητής έβγαινε, και πάλι να την υποτάξει και να την δαμάσει κατάφερνε.

Για να γυρίσει πάλι αυτή, υποταγμένη και γαληνεμένη, να του κάνει νέα μαργιολέματα, νέα χαμόγελα, νέα κουνήματα.

Κοιτώντας τη, του ήρθε στο μυαλό του ο 103 ψαλμός:

«Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, εκεί ερπετά, ών ούκ έστι αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων, εκεί πλοία διαπορεύονται δράκων ούτος, όν έπλασας, εμπαίζειν αυτή.»

«Μήπως, τελικά, οι δράκοι του ψαλμού είμαστε εμείς οι ναυτικοί;»

Αυτή η σχέση του με τη θάλασσα τον έφερε εδώ, στην άκρη του έρημου κάβου και έχτισε ένα σπίτι σε νησιώτικες γραμμές, κρεμασμένο στην κυριολεξία πάνω απ’ το νερό, να το δέρνουν όλοι οι καιροί και να του σκεπάζει τα τζάμια η αλισάχνη (**) στην κορφή του ψηλού απότομου βράχου πάνω από το φανάρι (φάρος ναυσιπλοίας), που κάθε βράδυ ο καπετάν Χρίστος πριν πέσει να κοιμηθεί το χρονομετρούσε χτυπώντας ρυθμικά το πόδι του στο έδαφος, έτσι από συνήθεια.

«Δύο κάθε δέκα» μονολογούσε κάθε φορά. (***)

Στην αρχή, είχε σκεφθεί να αγοράσει ένα κομοδέσιο (****) και να το στήσει στην άκρη του γκρεμού.

Πήγε στα διαλυτήρια πλοίων, βρήκε ένα παλιό γκαζάδικο υπό διάλυση, με ωραίο σαλόνι, και τραπεζαρία, άνετες καμπίνες και μια γέφυρα μούρλια. Εκεί θα ξέδινε όταν το κάλεσμα της «αγαπητικιάς» θα γινόταν πιό έντονο.

Όλο με ξύλινη επένδυση μαόνι και ιρόκο. Γαλλικό, πράγμα.

Θες δεν τα βρήκε με το διαλυτήριο στα λεφτά, θες η γκρίνια της καπετάνισσας,

«Τι το θες Χριστιανέ μου που δεν μπορείς πιά να ξεκολλήσεις; Θα σε τρώει πάλι το ματσακόνι, το μίνιο και η μπογιά», θες η σκέψη ότι δεν θα μπορεί να ανεβαίνει πια τις σκάλες για τa CAPTAIN QUARTERS (*****) και τη γέφυρα, γύρισε σπίτι με ένα ύφος, σαν παιδί που του πήραν το κουλούρι του.

(*) Υπήνεμο

(**) Η αλμύρα, το αλάτι που φέρνουν οι σταγόνες του θαλασσινού νερού

(***) Χαρακτηριστικό φάρου δύο αναλαμπές κάθε δέκα δευτερόλεπτα

(****) Κομοδέσιο = Accommodation = Η υπερκατασκευή του πλοίου όπου η γέφυρα, οι κοινόχρηστοι χώροι και τα ενδιαιτήματα αξιωματικών και πληρώματος.

(*****) Γραφείο ― Σαλόνι ― καμπίνα Πλοιάρχου

Έτσι, κάποια μέρα, αφού τα παιδιά του βρήκαν τον δρόμο τους στη ζωή, πήρε την καπετάνισα, την σύνταξη του, τους ρευματισμούς του ― δώρο της θάλασσας ― και τις αναμνήσεις του και «έδεσε» εδώ.

Έφτιαξε ένα κοτέτσι με καμιά δεκαριά κότες, και φύτεψε μποστανικά στο μικρό κήπο. Η πόλη δεν ήταν μακριά, είκοσι λεπτά με το ΒΑΝ, για να του καλύψει ότι άλλες ανάγκες είχε.

Σπάνια ήταν μόνοι τους. Όλο και κάποιοι φίλοι ή συγγενείς ή τα παιδιά τους ερχόντουσαν. Αλλά και μόνοι τους, πάλι καλά περνούσαν.

Κάτω στο μικρό όρμο, κλειστό στους καιρούς, είχε φουνταρισμένη αρόδο (*) την «ΚΥΡΑ ΜΟΥ» τη βάρκα του, με τις δύο άγκυρες καραμουσάλι (**).

Μιά πεντάμετρη παπαδιά, Υδραίικο σκαρί, με μια δικύλινδρη Λίστερ από σωσίβια βάρκα βαποριού, με τα εργαλεία του ψαρέματος, ένα τακίμι δίχτυα μανωμενα, συρτές, καθετές, ζόγκες και ροφομπετονιές, καλαμαριέρες και κολπάδες για χταπόδια.

Στις φούρκες, δεξιά κι αριστερά, είχε το αλμπουρέτο και την αντένα με το πανί λατίνι, όμορφα τυλιγμένο και ζουρλαρισμένο με το μαντάρι. (***)

Έριξε τη νιτσεράδα στους ώμους του και πήρε το ανηφορικό δρομάκι για το μοναστήρι της Παντάνασσας, στη κορυφή του λόφου, με γοργό βήμα να προλάβει τον όρθρο.

Μπαίνοντας στην εκκλησία, πήρε και φόρεσε το ράσο του που κρεμόταν πίσω από το παγκάρι, και ανέβηκε στο ψαλτήρι για την Κυριακάτικη λειτουργία. Σε λίγο έφτασε κι η καπετάνισσα.

Το εκκλησίασμα ήταν καμιά εικοσαριά άτομα από την πόλη και μερικοί εκδρομείς από την Αθήνα.

Μετά τη λειτουργία πέρασαν στο αρχονταρίκι για τον Κυριακάτικο καφέ, και ατέρμονες θοελογικές και φιλοσοφικές συζητήσεις με τον Άγιο Ηγούμενο Δωρόθεο και τον Αδελφό Κύριλο, πολύ μορφωμένοι κι οι δύο τους, ανωτέρας εκπαίδευσης, χαιρόσουν να μιλάς μαζύ τους, πέρα από δογματικές προκαταλήψεις και θρησκευτικούς φανατισμούς.

Πάντα είχαν μία σωστή και εμπεριστατωμένη απάντηση στις υπαρξιακές και πνευματικές αναζητήσεις των συνομιλητών τους.

Ο καπτά Χρίστος χαιρόταν την κουβέντα τους, μα κι εκείνοι χαιρόντουσαν τις αφηγήσεις του για τα ταξείδια του σε τόπους μακρινούς.

Αυτή την Κυριακή, την παρέα μας την συμπλήρωναν οι εκδρομείς από την Αθήνα, δύο ζευγάρια νεαροί δικηγόροι.

Πήραν κι αυτοί μέρος στην κουβέντα μέχρι που στρώθηκε η «τράπεζα», με το καλογερίστικο μενού, φασολάδα με πιπερίτσα καούρικια, ρέγγα και βέβαια ελιές θρούμπες, με τη συνοδεία του υπέροχου, μοναστηριακού οίνου των 12 βαθμών, έτσι για να «ευφραίνεται η καρδία».

Ο ηγούμενος ευλόγησε «την βρώσιν και την πόσιν», και άρχισαν να τρώνε ενώ ένας καλόγερος διάβαζε κομάτια από την Παλαιά Διαθήκη.

(*) Ανοιχτά απ’ τη στεριά

(**) Αμφιδετικός στρεπτήρ κοινώς στριφτάρι

(***) Τυλιγμένο με το σχοινί ανύψωσης της αντένας

Και η καρδία ευφράνθηκε, και η κουβέντα συνεχίστηκε στο αρχονταρίκι με καφέ, πάνω σε δογματικά θέματα με αρκετή δόση φιλοσοφίας, για να καταλήξει στο θέμα περί αμαρτίας.

Έκανε την ανάλυση του ο Κύριλλος, με συμπληρώματα και παραπομπές από τον Ηγούμενο, για να πάρουν μετά το λόγο οι συνδαιτημόνες δικηγόροι.

«Ποιά είναι η δική σου η γνώμη καπετάνιε, που πολλών ανθρώπων είδες άστεα;»

«Η γνώμη μου είναι ότι, το Υπέρτατο Όν, δημιουργώντας το Σύμπαν, εθέσπισε κανόνες, αυτούς που εμείς αποκαλούμε Παγκόσμια Αρμονία.

Κάθε διατάραξη αυτής της Αρμονίας, είναι αμαρτία. Με την πλατειά έννοια της λέξης, αμαρτία δεν είναι μόνο η κλοπή, ο φόνος ή η αδικία, ή ότι προβλέπεται από τον ατελή κατά την γνώμη μου Ποινικό Κώδικα, αλλά κάθε τι που πάει κόντρα στη Φύση, τον ανάδοχο και εφαρμοστή, τηρητή των κανόνων που προανέφερα.»

Για πράδειγμα, και λίαν επίκαιρο, αμαρτία είναι ακόμη και η μόλυνση του περιβάλλοντος, η δημιουργία εχθρότητας ή πικρίας στον συνάνθρωπο σου, η επέμβαση σου στο οικοσύστημα εν γένει, ακόμη και η μη αξιοποίηση των ικανοτήτων με τις οποίες η Φύση σε προίκισε, για το καλό το δικό σου και της ολότητας, το θέμα είναι να νοιώσεις ότι είσαι μέλος του σύμπαντος.

Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ενεργείς σωστά.

Όπου υπάρχουν κανόνες, υπάρχει και η ποινή για κάθε τι αρνητικό που κάνεις ή η ανταμοιβή της Φύσης για ότι το θετικό.

Εμείς οι κατά συνείδηση και όχι απλά οι κατ’ επάγγελμα ναυτικοί, ζώντας μέσα στη Φύση και παλεύοντας με τα στοιχεία της, αντιμετωπίζοντας διάφορες καταστάσεις, περιπλανώμενοι στη γη, το υπό σμίκρυνση Σύμπαν, το νιώθουμε, το βιώνουμε έντονα, και διαπιστώνομε σε κάθε περίπτωση ότι, ότι κάνεις θα το βρείς μπροστά σου, είτε καλό, είτε κακό, όσα χρόνια κι αν περάσουν.»

«Μπα, μπα, να και φιλοσοφία ο Καπετάνιος!» Παρατήρησε η Σόνια, η νεαρή δικηγορίνα από την παρέα, με ένα ελαφρύ τόνο ειρωνίας στη φωνή της.

Ήταν, βλέπεις, απόφοιτη Πανεπιστημίου, με μετεκπαίδευση στη Λειψία και εξειδίκευση στο Κοινοτικό Δίκαιο, με την ανάλογη έπαρση και την απαραίτητη επίδειξη ανωτερότητας, εν μέσω συναδέλφων.

«Δε βαριέσαι, ανθρώπινες αδυναμίες»

Ο καπτάν Χρίστος χαμογέλασε, με συγκατάβαση, χωρίς να κάνει φανερή την κάποια ενόχληση που του προξένησε η, κατά κάποιο τρόπο απαξιωτική παρατήρηση.

«Βλέπω, κοπέλα μου, να ανήκεις στη κατηγορία εκείνων που χρησιμοποιούν τη φράση «.......εκεί που σύχναζαν εγκληματίες, ναυτικοί, και άλλα κακοποιά στοιχεία»

Πόσο λάθος όμως έχετε, τόσο αυτοί, όσο και συ!

Εσείς που υπηρετείτε την Δικαιοσύνη, να ξέρατε πόσο αδικείτε, έχοντας μιά τέτοια εσφαλμένη εντύπωση, γι’ αυτούς που μέχρι σήμερα είναι γνήσιοι χωρίς να έχουν υποστεί καμία μετάλλαξη απ’ αυτές που οι πλείστοι των στεριανών, έχουν υποστεί»

«Μήπως τα παραλές καπετάνιε;

Μήπως εξιδανικεύεις τη ζωή που έζησες ταξειδεύοντας ή μήπως έτσι προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν τράβηξες λάθος δρόμο, όταν δεκαπεντάχρονο παιδί πήγες στη Σχολή της Ύδρας για να γίνεις καπετάνιος;»

Ρώτησε, εν χορώ, το «νομικό τμήμα» της παρέας.

Η Σόνια, μ’ ένα ελαφρύ ερύθρημα ντροπής στα μάγουλα της, μετά την ήπια αντίδραση του καπετάν Χρήστου, στα λόγια της, συνέχισε ακάθεκτη.

«Μήπως μπορείς να μας αποσαφηνίσεις την αποψή σου περί ιδιαιτερότητας των ναυτικών;»

«Βεβαίως και μπορώ

Ας πιάσομε τα πράγματα από την γεννεσή τους, με την παράκληση να με διακόπτετε όπου δεν συμφωνείτε.

Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον φυσικό νόμο, γεννιούνται τελείως ελεύθεροι.

Συμφωνούν όμως να θυσιάσουν μέρος της ελευθερίας τους για να σχηματίσουν οργανωμένες κοινωνίες, αλλά αυτή η θυσία υπόκειται στους κανόνες ενός άρρητου κοινωνικού συμβολαίου.

Η ελεύθερία όμως αυτή, συρρικνώνεται ακόμη περισσότερο από τις ανάγκες και τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει καθημερινά το άτομο, στον επαγγελματικό, κοινωνικό, οικογενειακό κλπ τομέα, όταν, κάθε ώρα και στιγμή, πρέπει να συμμορφώνεται με κάποιο νόμο, κάποια διάταξη, κάποιο κώδικα ή απαγόρευση, που άλλλοι επέβαλαν, κι αυτός απλώς υπακούει. Δηλαδή, δεν είναι δίκαιος αλλά απλά νομοταγής.

Ο ναυτικός δεν τα έχει αυτά.

Είναι ελεύθερος, δεν έχει επιβεβλημένους φραγμούς, ότι κανόνες επιβάλλει στον εαυτό του είναι αυτοί που του υπαγορεύει η Φύση, και βγαίνουν από τα μέσα του.

Γιατί έχει τον χρόνο και την πολυτέλεια να μπορεί να κοιτάζει μέσα του, να ενεργοποιεί τη θεία υπόσταση του που στους πλείστους των στεριανών βρίσκεται σε ύπνωση.

Έτσι αναπτύσει ηθικές αντιλήψεις και αξίες, πολλές φορές ακατάληπτες από τους στεριανούς.

Αναφέρω τον Πολύβιο που μιλώντας για τους Έλληνες, που εξόντωναν αλλήλους σε άγριους πολέμους ή ταξίδευαν «κατ’ εμπορίαν και θεωρίαν» στους δρόμους της θάλασσας αποκτώντας γνώση και σοφία, ώστε ο Θουκιδίδης στον Λόγο του Περικλή πρός τους Αθηναίους να θεωρεί ως πηγή της Δημοκρατίας τη θάλασσα, όπου όλα τα στοιχεία της φύσης ασκούν ελεύθερα την εξουσία στο άπειρο, και ανεμπόδιστα συνθέτουν το πολυδιάστατο της ψυχοσύνθεσης του κόσμου, μιά και όλοι είναι ίσοι μπροστά στον Συμπαντικό Νόμο.

Δεν θα ήθελα να σας κουράσω άλλο. Ελπίζω να απάντησα στις ερωτήσεις σας»

«Καπετάνιε ομολογουμένως μας εκπλήσεις. Παράδειγμα δεν μας έφερες ακόμη, μια ιστορία απ’ τα ταξίδια σου που να εμπεριέχει αυτά που μας είπες;»

«Αν δεν βαρεθήκατε, ακούστε και την ιστορία που ζητάτε»

Ο καπετάν Χρήστος, έγειρε στην πλάτη της πολυθρόνας του, έστειλε τη σκέψη του να ταξιδέψει κάμποσα χρόνια πίσω, και άρχισε να διηγείται.

Ήταν ένα πρωινό του Δεκέμβρη του 1966, όταν μετά από σχετικό τηλεφώνημα, κατέβηκε στο γραφείο του Πειραιά.

«Φεύγεις αύριο κάπτα Χρίστο για το ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ, καπετάνιος να αντικαταστήσεις τον καπετάν Σταμάτη που είναι άρρωστος»

«Και οι εξετάσεις για το δίπλωμα καπετάνιου;»

«Αυτές θα τις αναβάλεις για μερικούς μήνες.

Το βαπόρι έχει ζημιά στη προπέλα, κάπου κοπάνησε, και είναι αγκυροβολημένο στη ράδα του Σουέζ.»

Θές τα οικονομικά ― ξόδεψε ότι είχε για αρραβώνες ― θές να εξυπηρετήσει μια κατάσταση, είπε το «Ναι».

Επειδή η κατάσταση ήταν δύσκολη και η παραμονή του πλοίου εκεί θα χρόνιζε, λόγω ασφαλιστικών διαδικασιών, το πλήρωμα απολύθηκε, εκτός από ένα ναύτη και τον καπτά Σταμάτη.

Άντε να ξεμπλέξεις τώρα. Και σαν να μην έφθανε αυτό, τα σύννεφα του πολέμου με το Ισραήλ, είχαν αρχίσει να μαζεύονται απειλητικά, πάνω από την Αίγυπτο.

Φεύγοντας το πλήρωμα, οι ηλεκτρικές έσβησαν, φώς δεν υπήρχε, ψυγεία δεν υπήρχαν, ούτε νερό τρεχούμενο, απελπισία του κερατά.

Έφθασε στο Κάιρο λίγο πρίν το μεσημέρι, με την πρωινή πτήση της Ολυμπιακής κι από κει, με ένα μίνι μπας του πράκτορα, που έμπαζε κρύο αέρα και κουρνιαχτό, μαζί με άλλους ναυτικούς, που δεν έβαλαν γλώσσα μέσα τους, - που το έβρισκαν, Θεέ μου, το κέφι ― γραμμή για το Σουέζ.

Το άγνωστο γι’ αυτά που θα είχε να αντιμετωπίσει, τις άγνωστες καταστάσεις που θα εύρισκε και πως θα τελείωνε από κει, δεν τον άφησαν να αντιληφθεί την ταλαιπωρία του ταξιδιού.

Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει κατά την έρημο, βάφοντας τον ουρανό βυσσινί, όταν πάτησε τη σκάλα του βαποριού, στη ράδα του Πόρτ Τεουφίκ.

Η παράδοση ― παραλαβή Πλοιαρχίας έγινε, και ο καπτά Σταμάτης έφυγε, αφήνοντας πίσω του καμιά διακοσαριά Δολάρια και έναν καπτα ― Χρίστο στην μαύρη απελπισία του.

Και τότε ένιωσε μόνος. Μόνος και ανήσυχος.

Ανήσυχος γιατί δεν μπορούσε να προβλέψει, να προγραμματίσει, να μαντέψει πως θα ήταν η επόμενη ημέρα.

Μόνος, γιατί δεν είχε να περιμένει τίποτε, από κανένα κι από πουθενά.

Προσπάθησε να αντλήσει κουράγιο από τον εαυτό του, απομακρύνοντας κάθε δυσάρεστη σκέψη, κατά το δυνατόν.

Είχε στο παρελθόν μελετήσει αρκετά για τη Θεία ενέργεια που βάζει ο Δημιουργός στα πλάσματα Του, που τα κάνει να αναπτύσσουν δυνατότητες, που η επιστήμη δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να βρεί, που αυτές τερματίζουν.

Έφερε στο μυαλό του μερικά γεγονότα που είχε ακούσει ή διαβάσει για το πώς επέζησε ο ναύαρχος Τσουκαλάς κολυμπώντας χειμωνιάτικα οκτώ ώρες μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα μετά από την βύθιση του υποβρυχίου που ήταν Ύπαρχος, από Γερμανικό αντιτορπιλικό, πως σώθηκαν οι επιβάτες του αεροπλάνου στις Άνδεις, και ένα σωρό άλλες ιστορίες. Μέχρι τον Μόγλη και τον Ταρζάν σκέφθηκε, και μ’ αυτή τη σκέψη, έσκασε το πρώτο χαμόγελο αισιοδοξίας στο πρόσωπο του.

- «Θα τα καταφέρω, γαμώτο, θα τα καταφέρω», μουρμούρισε με πείσμα».

Από την επόμενη κι όλας μέρα, ο καπτά Χρίστος άρχισε την οργάνωση επιβίωσης.

Πήρε την χειραντλία απ’ τη σωσίβια βάρκα, της κόλλησε ένα μακρύ πλαστικό σωλήνα στην αναρρόφηση, και την έβαλε στο μετρητή του Domestic Tank (*) για να αντλεί νερό.

Πέταξε τα κρεατικά και ότι άλλο υπήρχε στα νεκρά ψυγεία του πλοίου, που ήδη είχαν αρχίσει να αλλοιώνονται, και έφτιαξε ένα πρωτόγονο ψυγειάκι με λίγη ξυλεία, μουσαμά και φελλό από δύο τρία μαδημένα σωσίβια για μόνωση.

Καθάρισε και συντήρησε δυό φανάρια πετρελαίου αγκυροβολίας, να μην έρθει κανένα βαπόρι τη νύχτα και πέσει απάνω τους, και πνιγούνε, χωρίς να το καταλάβουνε, ο ναύτης κι αυτός.

Κρέμασε και μία λάμπα θυέλλης πρύμα απ’ το κομοδέσιο (**), άλλη μια στο

μποουτ ντεκ (***), να φέγγει η κουβέρτα (****).

Έραψε τις πλευρές μιάς κουβέρτας, κάνοντας στη μέση μια τρύπα να περνάει το κεφάλι του και έφτιαξε μια ζεστή κελεμπία, να τον ζεσταίνει τις κρύες Γεναριάτικες νύχτες της Αιγύπτου, που η θερμοκρασία έπεφτε χαμηλά.

Την άλλη μέρα, βγήκε με μία διερχόμενη λάντσα, στο Σουέζ, και αγόρασε δυό λάμπες πετρελαίου, μια γκαζιέρα, μια κολόνα πάγο, ψωμί, τρία ― τέσσερα κοτόπουλα και λίγο κρέας, σκόρδα και κρεμμύδια και γύρισε στο βαπόρι.

Έβαλε τον πάγο στο ψυγειάκι που είχε φτιάξει και απίθωσε πάνω σ’ αυτόν, ένα ταψί με τα κρεατικά.

Μακαρόνια, μανέστρα και ρύζια είχε μπόλικα καθώς και λάδια, ξύδια και άλλα υλικά χρειαζούμενα για μαγειρική.

Από μαγειρική τα κατάφερνε καλά. Και τα γιουβαρλάκια του, και τις διάφορες σάλτσες για μακαρονάδα και τα όσπρια, κανένα πρόβλημα.

Ήταν, βλέπεις, το πρώτο από τα τρία παιδιά της οικογένειας, και Φιλιππινέζες δεν υπήρχαν. Ότι μπορούσε ο καθένας έκανε.

Τι άλλο απέμενε για την επιβίωση; Προστασία και δικτύωση.

Γέμισε το πιστόλι των φωτοβολίδων, ένα μακρύκανο πιστόλι μπρούτζινο, και τόχε έτοιμο για άμεση χρήση, και το οποίο έχει ακόμα, καλογυαλισμένο, ενθύμιο και στολίδι στο γραφείο του.

Αυτό ήταν το πρώτο βήμα.

(*) Δεξαμενή ποσίμου νερού

(**) Ενδιαιτήματα πληρώματος

(***) Κατάστρωμα λέμβων

(****) Κατάστρωμα

Κάθε πρωί κατά τις δέκα, δυο ― τρείς φελούκες (*) με πωλητές σουβενίρ, γραμματοσήμων και διαφόρων ειδών λαϊκής τέχνης, έβγαιναν από το λιμάνι, κόβοντας κοντοβόλτες και περιμένοντας τον κατάπλου κάποιου κρουαζιερόπλοιου ή κάποιου ποσταλιού της γραμμής, για να πουλήσουν τις πραμάτειες τους.

Όσο οι βάρκες πηγαινοέρχονταν, ο καπτά Χρίστος βολτάριζε στη κουβέρτα (**), κρατώντας εμφανώς την πιστόλα με τις φωτοβολίδες, για εκφοβισμό, ώστε να ξέρουν όλοι, ότι ο καπετάνιος οπλοφορεί.

Ένα πρωινό, μια βάρκα απ’ αυτές ζύγωσε και έδεσε τη μπαρούμα της στη σκάλα του βαποριού.

Ο καπετάνιος απίκο και με την πιστόλα στο χέρι.

- Τι θέλεις ρε;

- Καπτάνιο, σέλει αυτό παιντιά κάνει μέρος. (θέλει αυτός να πάει στη τουαλέτα)

Ο καπετάνιος φώναξε τον Γιώργο τον ναύτη, να οδηγήσει τον Αιγύπτιο στη τουαλέτα του πληρώματος, ενώ ο ίδιος φύλαγε σκοπός στη σκάλα, χαζεύοντας τους υπόλοιπους δυό μέσα στη βάρκα, που προσπαθούσαν να στήσουν έναν πρωτόγονο ναργιλέ για να καπνίσουν το χασισάκι τους.

Ο κόλπος του Σουέζ είχε βγάλει κυματάκι, η βάρκα κουνούσε και ναργιλές δεν στεκόταν.

Μια η μπουκάλα έπεφτε, την άλλη τα κάρβουνα κυλούσαν στη βάρκα τσιρίζοντας και πότε καίγανε τα δάχτυλα τους βρίζοντας.

Μια σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό του καπετάνιου.

Τους ανέβασε στο βαπόρι, τους είπε να φέρουν και τον ναργιλέ μαζί τους, και τους οδήγησε στο σαλόνι.

Στο μεταξύ, ήρθε και ο τρίτος της παρέας που είχε πάει να «κάνει μέρος».

Ο ναργιλές άναψε, κάπνισαν το χασίς τους και έπιασαν την κουβέντα με τον καπετάνιο σε σπασμένα Ελληνικά.

Το αποτέλεσμα ήταν καλύτερο απ’ ότι αναμενόταν.

Πρώτον, το βαπόρι μπήκε κάτω από την προστασία του Αλάλα, που εκτός από ιδιοκτήτης της βάρκας, ήταν και ο κάπος των βαρκάρηδων του Σουέζ. Σημαντικό αυτό.

Δεύτερον, κάθε εβδομάδα, ο Αλάλα έφερνε του καπετάνιου, μια κούτα Marlboro, για να έχει να καπνίζει.

Τρίτον, ο Αλάλα έφερε ένα μικρό τρανζιστοράκι στον καπετάνιο, με το οποίο, την ημέρα άκουγε τους αμανέδες της Um Kalsum ― τη Μαρινέλλα της Αιγύπτου ― τη δε νύχτα, ρίχνοντας πασιέντζες ή διαβάζοντας χιλιοδιαβασμένα βιβλία που είχε βρεί στο βαπόρι, κάτω απ’ το χλωμό φως της πετρελαιόλαμπας, έπιανε Ελλάδα να μάθει κανένα νέο, μέχρι να πάει η ώρα τρείς ― τέσσερεις, για να πέσει να κοιμηθεί, μια και το κομμάτι υψηλού κινδύνου της νύχτας, για τον φόβο κλεφτών, είχε πιά περάσει.

(*) Τοπικές βάρκες με ένα τριγωνικό ιστίο

(**) Κατάστρωμα

Οι μέρες κυλούσαν μονότονα, η μια ίδια με την άλλη.

Που και που, μια φώκια έκανε την εμφάνιση της δίπλα στο βαπόρι, ξεφυσώντας, μέχρι να εισπράξει τον μεζέ της, κανένα κομμάτι ξερό ψωμί, κανένα μικρόψαρο απ’ αυτά που πιάνανε ψαρεύοντας με το τσαπαρί, πότε να φάει κανένα καλαμάρι απ’ αυτά που μαζεύονταν τα βράδια, εκεί που έφεγγε το φώς του βαποριού τις αφέγγαρες νύχτες.

Τα διακόσια δολάρια άρχισαν να φθάνουν στο τέλος τους.

Ο shipchandler (προμηθευτής) σταμάτησε την πίστωση πράγμα που σήμαινε ότι σύντομα θα είχανε πρόβλημα τροφής και φωτισμού.

Ξημερώνοντας των Θεοφανείων, ο καπτά Χρίστος ζέστανε νερό στην κατσαρόλα, λούστηκε, μπανιαρίστηκε, ξυρίστηκε, φόρεσε τα καλά του κα βγήκε στη πλώρη, κουνώντας ένα κοντάρι που στην άκρη του είχε ένα αναμμένο στουπί, σε όποια λάντσα (βενζινάκατο) περνούσε από κοντά.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και μια λάντσα ζύγωσε, και με 5 γρόσια τον έβγαλε στο Πορτ Τεουφίκ.

Πήρε το λεωφορείο για το Σουέζ, και σ’ ένα τεταρτάκι ήταν στην εκκλησία της Αγία Αικατερίνης.

Αν και πολλοί Έλληνες είχαν μετεγκατασταθεί στην Ελλάδα λόγω της κατάστασης στην Αίγυπτο, επί Νάσερ, η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο.

Όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν για λίγο και ξαναγύρισαν πάλι τα πρόσωπα τους προς τον παπά, έναν πανύψηλο Κρητίκαρο που εκείνη την ώρα διάβαζε.

«Προφητεία Ησαίου το ανάγνωσμα, Τάδε λέζει Τσύριος»

Ο Αγιασμός τελείωσε και το εκκλησίασμα πήγε απέναντι, στο ξενοδοχείο BELLE AIR, παλαιού αποικιακού αρχιτεκτονικού ρυθμού, που ανήκε σε μια Ελληνίδα, την κυρία Σοφία, για να πιεί καφέ.

Στην εκκλησίας έμεινε ο παπά Σήφης κι ο Κάπτα Χρίστος.

Ζύγωσε ο καπτά Χρίστος στο ιερό από τη δεξιά πύλη και χαιρέτησε.

- «Δέσποτα τις ευλογίες σας»

- «Του Τσυρίου», ανταποκρίθηκε ο παπά Σήφης

«Ποιος είσαι μωρέ τσαι δε σ’ έχω ξαναδεί επαέ».

- «Καπετάνιος Έλληνας είμαι, πάτερ, και ναυαγός», ανταποκρίθηκε

- «Ίντα ναυαγός, μωρέ»

«Είμαι αποκλεισμένος με το βαπόρι ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ εδώ, δεν έχω βοήθεια από πουθενά και θέλω δουλειά, για να εξοικονομώ τα προς το ζήν για μένα και τον ναύτη που έχω στο βαπόρι. Μήπως χρειάζεσαι εδώ στην εκκλησία, κανέναν να σφουγγαρίζει, να γυαλίζει τα μανουάλια, ν’ ανάβει τα καντήλια, που είμαι ψηλός και δεν θέλω σκαμνάκι να φτάσω»;

- «Νεοκώρο δε χρειάζομαι, μουδέ καντηλανάφτη. Ψάλτη χρειάζομαι, Θεοψυχά μου, γιατί αυτός απούχα, έφυζε ζια την Ελλάδα».

Κατέεις μωρέ πράμα από ψαλμουδιά»;

- «Δε θα βρείς καλύτερο ψάλτη παπά μου»

Η διαβεβαίωση αυτή δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα.

Ο καπτά Χρίστος είχε κάποια έφεση από παιδί προς το Θείον και την εκκλησία.

Στη Δευτέρα Δημοτικού, τον έστειλε η μάνα του στο ψαλτήρι, στην Αγία Μαρκέλλα. Μετά παπαδάκι με δικό του ράσο και με άριστη γνώση για τα δρώμενα μέσα στο Ιερό, και στην Έκτη, έγινε η τελετή χειροθεσίας του, σε Αναγνώστη από τον Δεσπότη Διονύσιο.

Η εξέλιξη συνέχισε, όταν έγινε μέλος στη χορωδία του Βαρβακείου, έψελνε και στους Χαιρετισμούς που τον γοήτευαν για την λυρικότητα τους, όπως και τη Μεγάλη Εβδομάδα, όταν, θες από την αυστηρή νηστεία ― ούτε λάδι ― από των Βαΐων μέχρι την Ανάσταση, θες από το βαρύ κλίμα των ημερών, έβγαζε την υποβόσκουσα θλίψη του, μέσα από τους ήχους πλάγιους δεύτερους των ύμνων των ημερών.

Δεν ήταν ασχετίλα ο άνθρωπος.

Κάθε Κυριακή, η ίδια διαδικασία Ξημερώματα μπανιαριζότανε, ξυριζότανε, να και τις OLD SPICE, after shave με το κιλό, τα καλά του και στη γέφυρα του πλοίου να σφυράει στις λάντζες με το «ηχητικόν κέρας ομίχλης».

Αν εξαιρέσεις κάμποσα μικρά λαθάκια και μερικές παραφωνίες, καλά τα πήγαινε.

Είχε και φωνή με μέταλλο, όπως έλεγε αυτοσαρκαζόμενος.

Εκεί δε που δεν πιανότανε, ήτανε στο Χερουβικό. Αυτό το είχε μάθει τέλεια από την χορωδία του Βαρβακείου, με προϊστάμενο τον καθηγητή, τον αείμνηστο Ιωάννη Μαργαζιώτη, ο οποίος διαβολιζότανε, όταν άκουγε την χορωδία να κόβει, ψέλνοντας, τη λέξη Θεοτόκον σε Θε?οοοτόκον.

- «Ρε παιδιά», τους έλεγε. «Ρε σεις, η Παναγία λέγεται Θεοτόκος, δεν είναι ωοτόκον».

Μετά την λειτουργία, όλο το εκκλησίασμα, συμπεριλαμβανομένου του παπά και του Έλληνα Πρόξενου, συγκεντρωνόταν στο μεγάλο χαγιάτι του HOTEL BELLE AIR, απέναντι από την εκκλησία να πιούν τον καφέ τους, να κουβεντιάσουν τα της Ελληνικής κοινότητας, του Σουέζ, τα νέα από την Ελλάδα, γι’ αυτούς που έφυγαν κάτω από την πίεση των εθνικοποιήσεων του Νασερικού καθεστώτος, γι’ αυτούς που θα έφευγαν και γι’ αυτούς που θα παρέμεναν για πάντα εκεί.

Έτσι, και ο καπτά Χρίστος, καινούριος ψάλτης ― «Και παπάς έγινες Γιάννη, έτσι τάφερε η κατάρα», που λέει και η λαϊκή θυμοσοφία ― έγινε μέλος της κοινότητας, και μάλιστα διακεκριμένο, που τον περιέλαβε με όλη της την αγάπη, ιδιαίτερα, όταν ανέλαβε αφιλοκερδώς να διδάξει, ναυτικούς κόμπους, κωπηλασία και ιστιοπλοΐα τα Ελληνόπουλα του Σώματος Ελλήνων Ναυτοπροσκόπων του Σουέζ.

Το μεσημέρι, φαγητό στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, καλεσμένος από τον Έλληνα Πρόξενο, και όταν πιά οι σκιές άρχιζαν να μακραίνουν, νωρίς το απόγευμα, γύριζε στο βαπόρι, πάντα κρατώντας φαγητό για τον Γιώργο τον ναύτη.

Και οι μέρες περνούσαν έφτασαν οι Χαιρετισμοί, και ο καπτά Χρίστος έπρεπε να βγαίνει και τις Παρασκευές, για να ψέλνει το Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε και το Άσπιλε Αμόλυντε.

Έβγαινε από το βαπόρι νωρίς, να περάσει από το ASSWAN SHIPPING AGENCY για να ρωτήσει μήπως υπήρχε κανένα μήνυμα για την τύχη του πρίν πάει στην εκκλησία.

Το βράδυ, μετά την λειτουργία, τσιμπολογούσε κάτι στο ξενοδοχείο μαζί με τους άλλους Έλληνες, και κατόπιν ανέβαινε στο δωμάτιο που είχε κρατήσει γι’ αυτόν η εκκλησία, μια και οι λάντζες δεν έβγαιναν το βράδυ απ’ το λιμάνι.

Μια απ’ αυτές τις Παρασκευές , μπήκε στα γραφεία της ASSWAN και βλέπει στο τέλος του διαδρόμου, καθισμένη σ’ ένα καναπέ που υπήρχε εκεί σκυφτή, μια νεαρή κοπέλα.

Το άσπρο μαντηλάκι στο αριστερό της χέρι μαρτυρούσε το κλάμα της, ενώ με το δεξί συγκρατούσε το μέτωπο της.

Η κοψιά και το ντύσιμο της, τον έκανα να υποθέσει ότι είναι Ελληνίδα, και πραγματικά ήταν.

Την ζύγωσε διστακτικά.

- «Καταλαβαίνω ότι έχετε πρόβλημα. Αν θέλετε πέστε μου τι σας συμβαίνει και ίσως μπορώ να σας βοηθήσω».

Η κοπέλα σήκωσε αργά το κεφάλι της και τον κοίταξε με τα κόκκινα, απ’ το κλάμα, μάτια της.

Δυσπιστία και φόβος ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της.

Έμεινε να τον κοιτάζει διερευνητικά, για αρκετό χρόνο.

Προφανώς αναρωτιόταν αν έπρεπε να του μιλήσει, να ζητήσει την βοήθεια του ή αυτό θα ήταν η απαρχή νέων προβλημάτων.

Ο καπτά Χρίστος ένοιωσε αμήχανα. Δεν ήξερε τι να κάνει, δεν ήξερε καν τι ένιωθε.

Το μυαλό του είχε αδειάσει όσο κρατούσε η σιωπή, τα πόδια του καρφωμένα στο πάτωμα και τα βλέμματα απλανή.

Την δυσάρεστη σιωπή την έσπασε η σιγανή φωνή της νέας γυναίκας, που την διέκοπταν αραιοί λυγμοί.

- «Κύριε, σας ευχαριστώ αλλά μου είστε άγνωστος»

Η δυσπιστία και ο φόβος εξακολουθούσαν να σκιάζουν τα μάτια της.

Ο τόνος της φωνής της, δε, φανέρωνε ούτε απόρριψη μα ούτε και αποδοχή.

Απλά, διατηρούσε την απόσταση.

Ο καπτά Χρίστος δεν περίμενε ν’ ακούσει περισσότερα.

Έκανε μεταβολή, βγήκε από την Ατζενσία στο δρόμο, πήδηξε στο πρώτο ταξί που βρήκε εμπρός του και έφτασε στην εκκλησία.

Άφησε το ταξί να περιμένει, τράβηξε γραμμή για τα γραφεία, άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει, και είπε του παπά, που εμβρόντητος τον κοίταξε με μάτια όλο απορία για το τι μ’ έπιασε.

- «Ιντά ‘παθες μωρέ καπετάνιο, τσαί μπένεις ετσά στο γραφείο μου».

- «Παπά Σήφη να με συγχωρείς. Έχω ταξί και περιμένει απ’ έξω. Πάμε μέχρι το Πόρτ Τεουφίκ γιατί είναι μια Ελληνοπούλα σε πρόβλημα.

- «Κουζουλάθηκες μωρέ; Σε λίγο θα αρσίσουν οι Σερετισμοί»

- «Πάμε, δεν θ’ αργήσουμε. Το μόνο που θέλω από ‘σενα είναι να της πείς να μου έχει εμπιστοσύνη»

Σε λίγα λεπτά, έφθασαν στην Ατζενσία.

Ο παπά Σήφης την ζύγωσε, και μετά τις απαραίτητες χαιρετούρες και συστάσεις της είπε»

- «Να έσεις στο καπτά Χρίστο εμπιστοσύνη ζιατί είναι άνθρωπος τσ’ εκκλησιάς».

Η κοπέλα αναθάρρησε. Σηκώθηκε, ο καπτά Χρίστος της πήρε τη βαλίτσα και οι τρείς, επέστρεψαν στο Σουέζ με το ίδιο ταξί όπου, ο μέν παπά Σήφης πήγε στην εκκλησία, οι δε καπτά Χρίστος με την Μαρίνα έτσι την έλεγαν μπήκαν στο BELL AIR.

Της έκλεισε ένα δωμάτιο δίπλα στο δικό του.

Την άφησε να φρεσκαριστεί, να τακτοποιήσει τα πράγματα της, κι εκείνος κατέβηκε στο σαλόνι να πιεί μια λεμονάδα, από φρέσκα λάιμς, που η γεύση τους και το άρωμα τους είναι ανεπανάληπτα.

Σε λίγο ήρθε η κι η Μαρίνα, και τότε έμαθε τι της συνέβη.

Ήταν γυναίκα συναδέλφου, ταξίδευε μαζί του, και ξεμπαρκάρισε στο Σουέζ, γιατί το βαπόρι χρονοναυλώθηκε για πολύ καιρό στην Άπω Ανατολή.

Βγαίνοντας στο Σουέζ, της έκλεψαν την τσάντα με τα χρήματα και το διαβατήριο της, καθώς και το εισιτήριο που της είχε στείλει η εταιρεία από την Ελλάδα.

Κι από την Ατζενσία, καμία βοήθεια.

Για τον καπετάν Χρίστο, η κοπέλα αυτή ήταν πρόσωπο ιερό.

Ήταν η γυναίκα συναδέλφου που βρισκόταν σε σοβαρό πρόβλημα.

Την επομένη, ο φίλος Έλληνας Πρόξενος της έβγαλε ένα προσωρινό διαβατήριο, και με την μεσολάβηση του, κλείστηκε μία θέση στην Ολυμπιακή με δωρεάν εισιτήριο και δέκα δολάρια χαρτζιλίκι ― τόσα είχε ο καπτα Χρήστος ― και μετά από τρείς μέρες, την πήγε στο αεροδρόμιο του Καίρου να πετάξει για την Ελλάδα.

Με δάκρυα στα μάτια, η Μαρίνα ευχαρίστησε τον καπτα Χρήστο και τον αποχαιρέτησε με ένα φιλί στο μάγουλο και ένα μεγάλο «Ευχαριστώ»

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ εσένα και τη βοήθεια σου» ψέλλισε.

Τα χρόνια πέρασαν, ο καπτα Χρήστος συνέχισε να διασχίζει τους θαλασσινούς δρόμους, παντρεύτηκε κι έκανε παιδιά, άνοιξε κι ένα γραφείο στον Πειραιά με αντιπροσωπείες ναυπηγείων, επιθεωρήσεις πλοίων, claims κι άλλες ναυτιλιακές εργασίες.

Ήταν Δευτέρα πρωί, ένα ευχάριστο Αυγουστιάτικο πρωινό, όταν ο καπετάν Χρίστος Καταρακτινός ξεκλείδωσε το γραφείο του, έψησε τον καφέ του, έκατσε στο γραφείο του ανάβοντας το πρώτο τσιγάρο της ημέρας, μέχρι να πάει εννέα και νάρθει η γραμματέας για ν’ αρχίσει η δουλειά.

Δεν πρόλαβε να πιεί την πρώτη ρουφηξιά, όταν άνοιξε η πόρτα και όρμισε μέσα η Ρίνα.

Η Ρίνα ήταν μια καλή φίλη του, δικηγόρος εξειδικευμένη στους διακανονισμούς αβαριών πλοίων (Average Adjuster), πασίγνωστη στους Ναυτιλιακούς κύκλους του Πειραιά και του Λονδίνου.

Ο καπετάν Χρίστος, επί τρία χρόνια συνεργαζόταν μαζί της, πάνω σε υποθέσεις ασφαλιστικών αποζημιώσεων (Marine Claims) για να ανακαλύψει, τελείως τυχαία, ότι ήταν σύζυγος του Τάσου, του παιδικού του φίλου και συμμαθητή στο Βαρβάκειο, επίσης δικηγόρου, που είχε να τον δεί από τότε που ο καπετάν Χρίστος, πήγε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων της Ύδρας.

Η Ρίνα κι ο Τάσος, είχαν αγοράσει ένα νεοκλασικό στη Σύρο με κάπου επτά στρέμματα περιβόλι, έκαναν το σπίτι παλάτι και το περιβόλι παράδεισο και κάθε, σχεδόν, Σαββατοκύριακο, ο καπτά Χρίστος με την γυναίκα του, καλεσμένοι από Παρασκευή, μια και δυό, με το ποστάλι, στη Σύρο.

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, ο καπτά Χρίστος δεν μπόρεσε να πάει, και νάσου την, Δευτέρα πρωί πρωί, η Ρίνα στο γραφείο.

- «Φέρε καφέ και τσιγάρο», παράγγειλε.

Ο καφές ήρθε, το τσιγάρο άναψε, και η Ρίνα, με ένα χαμόγελο γεμάτο μυστήριο, τον ρώτησε.

- Δεν μου λες εσύ, τι έκανες τότε που ήσουν στο Σουέζ;

- Έξι μήνες υπομονή, έκανα. Τι άλλο να κάνω;

Μα, γιατί ρωτάς;

- Το όνομα Μαρίνα Δαπόντε, σου λέει τίποτε;

- Δαπόντε?Δαπόντε?

- Μαρίνα Δαπόντε

- Όχι, δεν μου λέει τίποτε.

Που να θυμάμαι; Έχουν περάσει καμιά τριανταριά χρόνια από τότε.

Μα, γιατί ρωτάς;

- Αντιπροχθές την Παρασκευή, είμαστε στο σαλόνι του βαποριού, για τη Σύρο, μαζί με άλλους Συριανούς που εργάζονται στα ναυτιλιακά γραφεία του Πειραιά, όταν, πάνω στη κουβέντα, λέω:

«Αυτό το Σαββατοκύριακο δεν μας ήρθαν οι Καταρακτινοί».

Με το που το λέω, πετάγεται μία γυναίκα απ’ την παρέα και με ρωτάει.

- Ποιος Καταρακτινός; Είναι καπετάνιος;

- Ναι, ο καπτά Χρίστος Καταρακτινός, Ψηλός, γύρω στα πενήντα πέντε.

- Αυτός είναι, θέλω να τον συναντήσω, δήλωσε με λαχτάρα.

- Ο άνδρας της αρχικαπετάνιος σε μία ναυτιλιακή εταιρεία, στον Πειραιά, την κοίταξε με έκπληξη, όχι και τόσο ευχάριστη.

- Ποιος ειν’ αυτός; Την ρώτησε.

- Είναι αυτός που μου στάθηκε σαν συγγενής, τι λέω, σαν αδελφός, όταν με ξεμπαρκάρισες στο Σουέζ, πηγαίνοντας για τη Κίνα.

Κατόπιν στράφηκε προς τη Ρίνα.

- Σε παρακαλώ, κανόνισε να έλθει το άλλο Σαββατοκύριακο.

Θα κάνω μία δεξίωση στον κήπο του εξοχικού μας, στη Σύρο, για να τον ευχαριστήσω, έστω και ύστερα από τόσα χρόνια. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το πόσο με βοήθησε.

Ξαφνικά, το πέπλο του Χρόνου διαλύθηκε, η μνήμη πέταξε στο παρελθόν, οι εικόνες, του τότε εμφανίστηκαν με ζωηρά χρώματα και ο καπτα Χρίστος άρχισε να ξαναζεί αυτό το κομμάτι της ζωής του.

Το επόμενο Σάββατο, ο καπτα Χρίστος και η καπετάνισσα πήγαν στη Σύρο, η συνάντηση έγινε εν μέσω συγκινησιακής φόρτισης και το ίδιο βράδυ, στο γκάρντεν πάρτι, ο καπτα Χρίστος ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, για κάτι που έγινε πριν τριάντα χρόνια, που είχε ξεχαστεί αλλά που η ζωή το ξέθαψε και το ‘φερε μπροστά σ’ αυτούς που το έζησαν.

«Ότι κάνεις, καλό ή κακό κάποτε θα βγεί μπροστά σου με ότι συναισθήματα δημιούργησες, είτε καλά είτε κακά» κι έκλεισε έτσι τη διήγηση του.

Σιωπή απλώθηκε στη παρέα. Ο καθένας με τις σκέψεις του. Ούτε κρίσεις ούτε αντίλογος.

Τη σιωπή την έσπασε η καμπάνα του μοναστηριού που καλούσε τους μοναχούς στον εσπερινό.

Ο Τσίφτης ο σκύλος είχε κουραστεί να κυνηγά τις κότες στην αυλή, κι έξω από το αρχονταρίκι περίμενε υπομονετικά τ’ αφεντικά του.

Πρώτος ο καπετάν Χρίστος σηκώθηκε, καληνύχτισε και με το χέρι του γύρω στον ώμο της καπετάνισσας τράβηξε για το κονάκι του, ακολουθούμενος από τον Τσίφτη.

Η καπετάνισσα μπήκε μέσα να βάλει φαί και νερό στα ζωντανά και ν’ ανάψει το καντήλι στο εικονοστάσι.

Ο καπετάν Χρίστος, κοίταξε στο μικρό κόλπο το πάλεμα της βάρκας του κόντρα στη ρεστία (*) και μετά στάθηκε στο φρύδι του γκρεμού χτυπώντας ρυθμικά το πόδι του στη γή, κοιτώντας το φάρο.

«Δύο κάθε δέκα» μονολόγησε.

(*) Βωβός κυματισμός μετά τη θαλασσοταραχή

Χρίστος Μάντζαρης

Οκτώβριος 2008

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1325

29 Ιουνίου 2016... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1324... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1323

14 Ιουνίου 2016

περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1322

3 Ιουνίου 2016

Στο πλαίσιο των προγραμματισμένων διαλέξεων προς τους σπουδαστές... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: Λ-1480

12 ΜαΪου 2016

Aγαπητοί συνάδελφοι, μέλη και φίλοι της Λέσχης,

Κατόπιν... περισσότερα