Xριστούγεννα εν όρμω

Συγγραφέας: 
Χρίστος Μάντζαρης

Ο καιρός, που κοπανούσε το βαπόρι στο Μπέη, από το Ελ Φερόλ, ένας Μαΐστρος οχτάρι, είχε σπάσει κάπως αλλά άφησε πίσω του ένα δυνατό σουέλ από την αριστερή μπάντα, που δεν άφηνε τίποτα όρθιο.
Ο γραμματικός, με τους αγκώνες στηριγμένους στο πρεβάζι του παραθύρου της γέφυρας και τα πόδια ανοιχτά, πήρε τα κιάλια από τη ξύλινη θήκη τους και έψαξε τον σκοτεινό ορίζοντα.
«Λύσσαξες κερατόκαιρε. Φάνηκε το φανάρι», μονολόγησε.
Γύρισε στο σκάπουλο (*) που στεκόταν στο δεξιό παράθυρο, ψάχνοντας και αυτός ένα γύρω τον ορίζοντα, μήπως και δει κανένα βαπόρι να κροσσάρει.
«Μοχάμετ, άντε να ξυπνήσεις τον καπετάνιο»
Ο σκάπουλος κούμπωσε το τζάκετ του μέχρι απάνω, κατέβασε το μάλλινο σκουφί του σκεπάζοντας τα' αυτιά του, τύλιξε το κεφάλι του μ' ένα κασκόλ, και κατέβηκε τη σκάλα από το δεξί φτερό στο μποουτ ντεκ από σταβέντο.
Τράβηξε μια φτυσιά στη θάλασσα και μπήκε στο κομοδέσιο.
Έβγαλε το γάντζο από την πόρτα του καπετάνιου ανοίγοντας τη διάπλατα και στερεώνοντας τη στο μάνταλο, χτύπησε το μπουλμέ της κρεβατοκάμαρας του καπετάνιου και φώναξε.
«Καπτάν, έσει αυτό φανάρι»
«Τι ώρα είναι ρε Μοχάμετ;»
«Είναι πέντε παρά όκουσι»
Ο καπετάν Χρίστος, άνοιξε τα μάτια του, τεντώθηκε και πετάχτηκε σβέλτα από το κρεβάτι του, χαμογελώντας με την Αιγυπτιακή προφορά των Ελληνικών του Μοχάμετ, έριξε λίγο νερό στη μούρη του, φόρεσε το μοντγκόμερι με την κουκούλα και τα κοκάλινα κουμπιά σε σχήμα κεράτου, φόρεσε και τον Ρώσικο σκούφο του από αστρακάν και βγήκε από το δωμάτιο.
(*) Ο ναύτης οπτήρας της βάρδιας
«Μοχάμετ, φέρε ένα σκέτο διπλό καφέ στη γέφυρα», είπε και ανέβηκε προς το τσαρτ ρουμ από την εσωτερική σκάλα.
Τον Μοχάμετ, τον είχε προσλάβει στην Αλεξάντρεια όταν ξεφόρτωνε στάρια από τον Κόλπο.
Είχε σταθεί μπροστά του, φούσκωνε το στήθος του και του είπε:
«Καπτάνιο, σέλει αυτό ντουλιά»
«Και τι δουλειά ξέρεις να κάνεις;»
«Άμα αυτό ξέρει καλό ναύτη και καλό κλέφτη. Μοχάμετ έσει πολύ παιντιά, άμα όσι έσει φλούς (λεφτά), Αλλαιλαζίμ (Μάρτυς μου ο Θεός), όσι έσει τούπουτα»
Ο καπτά Χρίστος, ήθελε ένα ναύτη, σε αντικατάσταση αυτού που την κοπάνησε στην Νέα Ορλεάνη. Αυτός από τη Δαμιέτα, που βγάζει καλούς ναυτικούς, του άρεσε, και πραγματικά δεν έπεσε έξω.
Είχε ξανακάνει με Ελληνικό βαπόρι, το ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, το ΓΑΜΗΜΕΝΟ, όπως το πρόφερε με τα Ελληνικά του.
Έσκυψε στο χάρτη, κάτω από το κίτρινο φως του φωτιστικού, και μέτρησε με τον διαβήτη τα περίπου μίλια από το χθεσινό μεσημέρι.
Βγήκε στη γέφυρα και προσπάθησε να συνηθίσει το σκοτάδι.
«Καλή μέρα και Καλά Χριστούγεννα»
«Καλή μέρα καπετάνιε, επίσης»
Τι Καλά Χριστούγεννα και μαλακίες, σκέφθηκε. Μακριά από το σπίτι σου, μακριά απ' αυτούς που αγαπάς και σ' αγαπούνε, πόνος, για σένα τέτοιες μέρες, πόνος γι' αυτούς που σε περιμένουνε και θα βλέπουνε τη θέση σου άδεια στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Ζύγωσε στο ραντάρ και έλεγξε την περιοχή, το σκάνερ μαρκάριζε αχνά τις αμπασαδούρες των Γαλλικών ακτών δεξιά.
Λίγο δεξιά από την πλώρη, το φανάρι του Ουσάντ, σπάθιζε τον ορίζοντα, που μόλις είχε αρχίσει να διαγράφεται, όπως η μέρα χάραζε.
Ο ουρανός μολυβής, με βαριά μαύρα σύννεφα χαμηλά, της τραμουντάνας, κι ένα κρύο να σου τρυπάει το κόκαλο, έτσι κι έβγαινες στο φτερό της γέφυρας.
Μολυβής, σαν την καρδιά του, σαν την καρδιά όλων τους, τέτοιες μέρες, κι αυτών εδώ κι εκείνων κει, στην πατρίδα.
Ο καιρός καλμάρισε κι άλλο και το σουέλ είχε γλυκάνει, καθώς το Λάντς Εντ και οι ακτές της Ουαλίας απάγκιαζαν.
Ο καπτά Χρίστος διόρθωσε την πορεία δυό τρείς μοίρες αριστερότερα καθώς ο καιρός είχε ξεπέσει λιγάκι το βαπόρι απ' την πορεία του δεξιά.
Περνώντας παράλλαξη τις Κασκέττες, άρχισε το πούσι να απλώνεται περιορίζοντας την ορατότητα, καθώς η κίνηση σε βαπόρια ολοένα αύξαινε.
«Καπετάνιο, αυτό μπαπόρ έσει κόκκονο»
Πράγματι, ένα λάινερ της MAERSΚ LINES κροσσάριζε από δεξιά, αλλά είχε δρόμο και χάθηκε μέσα στην ομίχλη.
Και με τα δύο ραντάρ σε λειτουργία και τους σφυριγμούς σημάτων ομίχλης, από το ένα καραβοφάναρο στο άλλο, με μάτια και αυτιά ορθάνοιχτα, με τσιγάρο και καφέ, κυλούσαν οι ώρες και μαζεύονταν τα μίλια, μέσα στην άκρα σιωπή της γέφυρας.
Η κρύα Δεκεμβριανή νύχτα άπλωσε τα πέπλα της κοντά στο καραβοφάναρο Σαντετιέ που το ράκον του, ο ανακλαστήρας ραντάρ, άφηνε με ευκρίνεια το ίχνος του στην οθόνη του ραντάρ.
Ζυγώνοντας το Καλαί, το πούσι είχε σηκωθεί ευτυχώς, και η αστροφεγγιά φάνηκε σ' όλο της το μεγαλείο στην αφέγγαρη νύχτα.
Στις εξήμιση, φάνηκε ο λοστρόμος στη γέφυρα μαζί με τον μαραγκό, να πάρουν εντολές από τον γραμματικό.
Σιγά σιγά άρχισε να πέφτει χιόνι στροβιλίζοντας.
«Να κι άλλα σκατά που δεν είχαμε», γκρίνιαξε ο καπετάνιος.
Το ξημέρωμα της παραμονής των Χριστουγέννων τους βρήκε κοντά στη πιλοτίνα του Σχέλντε.
Το βαπόρι αργά, με dead slow τη μηχανή, ζύγωσε την πιλοτίνα.
Ο Μοχάμετ κατέβηκε στη κουβέρτα (*), έδεσε στα ρέλια τα δύο σχοινιά της σκάλας του πιλότου και την ξεδίπλωσε στην πάντα του βαποριού μέχρι το νερό, στερέωσε το μικρό σκαλάκι απ' τα ρέλια στη κουβέρτα και ετοίμασε ένα
ιβιλάι (**) για να πάρει επάνω την τσάντα του πιλότου.
Ο πιλότος ανέβηκε σβέλτα στη κουβέρτα, ενώ ο Μοχάμετ τράβηξε απάνω τη σκάλα και τον ακολούθησε, κουβαλώντας τη τσάντα του.
«Good morning Captain, Marry Christmas and welcome to Belgium»
«Full Ahead», διέταξε βγάζοντας τα γάντια του.
Ο καπετάνιος αντιχαιρέτησε και τον ρώτησε τι να του προσφέρει.
«A hot cup of tea would be fine»
Το ΘΕΤΙΣ μπουκάρισε στον ποταμό Σχέλντε και τράβηξε αργά για την Αμβέρσα.
Ο καπετάνιος, βγήκε στο δεξιό φτερό κόβοντας βόλτες πέρα δώθε από την πόρτα της γέφυρας στη φαναρίερα και πίσω στη γέφυρα, για να ξεμουδιάσει μετά από τόσες ώρες ορθοστασία, ενώ ο γραμματικός με το λοστρόμο κόβανε καρφάκια στη πλώρη, stand by στις άγκυρες.
Ο καμαρότος έφερε το τσάι στον πιλότο και καφέ για τον καπετάνιο, βγήκε κι αυτός στο φτερό και καλημέρισε τον καπετάνιο.
------------
(*) Κατάστρωμα
(**) Λεπτό σχοινί

«Γιορτάζεις αύριο καπετάνιε»
«Ναι, το συνηθίζω κάθε Χριστούγεννα, από τότε που με βαφτίσανε», απάντησε άκεφα ο καπετάνιος.
«Χρόνια πολλά και του Χρόνου σπίτια μας»
«Επίσης, νασαι καλά»
Να γιορτάσω; Αναρωτήθηκε ο καπετάνιος.
Που και με τι;
Γιόρταζα μικρός όταν η μάνα μου, μ έβαζε να σπάσω τα καρύδια για τα μελομακάρονα, και έφερνα τις λαμαρίνες από το φούρνο με τους κουραμπιέδες και μοσχοβολούσε το σπίτι.
Γιόρταζα όταν με το τριγωνάκι μου και μια τζαβετόπροκα, πήγαινα να πω τα κάλαντα, ντυμένος ζεστά με τα ρούχα που έστελνε σε δέματα κάποια οικογένεια Μαυρή, από την Αμερική, και, αν και ήταν λίγο φορεμένα, ήταν σε άριστη κατάσταση, Ο Θεός να τους ανταμείψει.
Ήταν του παιδιού τους Μιχάλη Μαυρή, που προφανώς ήταν σε κολέγιο, γιατί όλα τα ρούχα είχαν ραμμένη μια ετικέτα πάνω τους με το όνομα MICHAEL MAVRIS.
Ήταν του παιδιού που ζεστάθηκα για χρόνια με τα ρούχα του και ποτέ δεν συνάντησα.
Κι έχεις τα κολόπαιδα σήμερα, κι αν η ετικέτα δεν γράφει VALENTINO ή άλλη μακαρονάδικη μάρκα, τρίβουν τα ρούχα στη μούρη των γονιών τους.
Βλέπεις, δεν τράβηξαν κατοχή ούτε είδαν καλογέρου αχαμνά.
Οι εισπράξεις από τα κάλαντα πήγαιναν στην αγορά μιας χαρτοκοπτικής με τη φάτνη, το μόνο Χριστουγεννιάτικο στολίδι στο σπίτι, έχοντας τις μικρότερες αδελφές μου να μου χαλάνε ότι έφτιαχνα, στην αγορά κανενός βιβλίου από τα παλιατζίδικα της οδού Πειραιώς στη πλατεία Βρεφοκομείου και σε κανένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια ελβιέλα.
Ένα μικρό ποσόν θα έμενε για κόλες, μάνες και σπάγκο για τον αετό της Καθαροδευτέρας.

Τότε γιόρταζα. Τώρα τι να γιορτάσω;
Θα μαζευτούν αύριο κατά τις έντεκα στη τραπεζαρία των Αξιωματικών όσοι γυρίσανε από τα πουταναριά της Αμβέρσας για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, όσοι θα έχουνε ξυπνήσει μετά από το ολονύχτιο γλέντι στου Κουμιώτη, στο παλιό λιμάνι της Αμβέρσας, κι όσοι μείνανε μέσα γιατί είχανε βάρδια.
Θα τσιμπολογούν κανένα μελομακάρονο ή κουραμπιέ με προσοχή μη σπάσουν κανένα δόντι, θα κριτικάρουν με χιούμορ το μάγειρα που αλευρωμένος πάσχιζε να μας ευχαριστήσει με τη βοήθεια του Τσελεμεντέ.
Από τις σκέψεις του, τον έβγαλε η αλλαγή των πιλότων στο Flushing.
- Good by Captain and Merry Christmas
- Good by pilot, thanks for your assistance and wishes, Merry Christmas
Πήρε ο πιλότος την κούτα με τα τσιγάρα και μία φιάλη ουίσκι και κατέβηκε στη πιλοτίνα, όταν ο νέος πιλότος έμπαινε στη γέφυρα.
- Good morning Captain. Welcome to Belgium
- Good morning pilot, something to drink?
- A hot chocolate please
Το ΘΕΤΙΣ συνέχισε το δρόμο του μεσ' το ποτάμι, και ξανά ο καπετάνιος στις σκέψεις του.
..Θά έρθει τ' απόγευμα ο Μιχάλης, ο γέρο θερμαστής, ντυμένος στα καλά του, θα έρθει να μου ευχηθεί, όπως τα συνηθίζει σε κάθε γιορτή, θα πιεί τα ουισκάκια του και θα λυθεί η γλώσσα του, η πάντα δεμένη όλες τις άλλες ημέρες.
Τύπος κι αυτός!
Ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, έκανε ένα φεγγάρι καλόγερος στο Άγιο Όρος, τον βάλανε αποθηκάριο, τα έβαλε όλα σε τάξη, έκανε απογραφές και σε λίγο καιρό ανακάλυψε ότι του λείπανε πράγματα.
Κάτι σαλάμια, κάτι κεφάλια τυριά, κάτι καπνιστά και το βαρέλι με το μοσχάτο κρασί κατέβαινε με αδικαιολόγητη ταχύτητα.
Παραφύλαξε και είδε τον αδελφό Μελέτιο, ν' ανοίγει την αποθήκη με αντικλείδι και να μαζεύει.
Τον ακολούθησε μέχρι το κελί του όπου ήταν μαζεμένοι πεντέξι «ομοϊδεάτες» του, έτοιμοι για την ευωχία σε περίοδο νηστείας, μπουκάρισε μέσα κι έγινε το έλα να δείς.
Δεν είχε θέση άλλο στο μοναστήρι, πέταξε τα ράσα και μπαρκάρισε θερμαστής μ' ένα λίμπερτυ καναδέζικο, χωρίς να του έχει φύγει η κάψα του μοναχικού βίου.
Όταν κάποτε βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια, συνάντησε τον Πατριάρχη μέσω γνωστών της ομογένειας, κι αυτός τον έστειλε στη μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.
Αλλά κι εκεί δεν στέριωσε. Κάπου πήρε χαμπάρι κάτι «παροξύτονα» και στο χρόνο απάνω, να σου τον πάλι στα βαπόρια.
Κατά το μεσημέρι το ΘΕΤΙΣ έπεσε δίπλα και με το κατέβασμα της σκάλας ανέβηκε το πράτιγο (*) απάνω.
Η πρώτη κουβέντα ήταν η ερώτηση προς τον πράκτορα αν έφερε ταχυδρομείο.
Δύο μεγάλοι φάκελοι παραδόθηκαν στον καπετάνιο, ενώ το πλήρωμα είχε συγκεντρωθεί στον αλλουέ (**) αδημονώντας για την διανομή, που έγινε μετά το πράτιγο.
---------
(*) Ελευθεροκοινωνία (Λιμεναρχείο - Τελωνείο - Γιατρός)
(**) Διάδρομο

Ιερές στιγμές, συγκινησιακά φορτισμένες. Άλλος θα έλαμπε από χαρά, άλλος απογοητευμένος, άλλος λυπημένος.
Άλλος καθισμένος στη μπίντα να ρουφάει τις πυκνογραμμένες σελίδες, άλλος κλεισμένος στη καμπίνα του να χαίρεται μόνος του κοιτάζοντας φωτογραφίες που έλαβε από ένα γάμο, απ' τα βαφτίσια του εγγονού η τους αρραβώνες της κόρης ή την απονομή του διπλώματος στο γιό.
Κάποιος στην κουβέρτα, κρατώντας τα ρέλια, κοίταζε πέρα μακριά με βλέμμα απλανές, με τη ράχη γυρισμένη στους άλλους, ίσως για να μην δουν το δάκρυ του, είτε γιατί δεν έλαβε γράμμα από κει που περίμενε, είτε γιατί κάποιο κακό χτύπησε τη πόρτα της φαμελιάς του.
Η δεύτερη, ήταν προς τους ναυλωτές, πότε θα βάλουν πόστα (*) και πότε προβλέπεται να φορτώσουν το φορτίο λιπασμάτων σε σάκους για την Βόρεια Κίνα.
«Κάπταιν, πόστα θα βάλομε στις 27 και πιστεύω να φορτώσουμε μέχρι τις 10 Ιανουαρίου, το συντομότερο, weather permitting».
Βλέπεις, πέσαμε στις γιορτές.
Ο πράκτορας, μετά τις διατυπώσεις κατάπλου, πήρε τον καπετάν Χρίστο στο αυτοκίνητο του, και τον άφησε στην αρχή τη ITALIELEI,, έξω από το Seaman's Club.
Μια μεγάλη επιγραφή πάνω από την πόρτα «Flying Angel - Mission to SEAMEN", και ένα αγγελάκι ζωγραφιστό να πετάει πάνω από τα γράμματα.
Νάναι καλά αυτοί που αποφάσισαν να ιδρύσουν τέτοια πόστα.
Θα μου πείς, «παρηγοριά στον άρρωστο.» αλλά, «παρά ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα» σκέφτηκε.
Μπήκε στη ζεστή και φιλόξενη αίθουσα, έβγαλε το παλτό και τα γάντια του και ζύγωσε στο μπάρ.
Η ηλικιωμένη αριστοκρατική κυρία, με τα μαλλιά της καλοχτενισμένα και βαμμένα προς το γαλάζιο, εθελόντρια της Χριστιανικής Ένωσης, στο ρόλο τής γκαρσόνας, τον ρώτησε χαμογελώντας ευγενικά, τι θα ήθελε.
«Ένα τσάι με κονιάκ, παρακαλώ»
(*) Συνεργείο φόρτωσης
Πήρε το τσάι του και το άφησε σ' ένα τραπεζάκι στη γωνία.
Ζύγωσε στο σταντ και διάλεξε μερικές Χριστουγεννιάτικες κάρτες, γύρισε στο τραπεζάκι του, και πριν αρχίσει να γράφει, έριξε μια μάτιά γύρω του.
Καμιά δεκαριά ναυτικοί ήταν οι θαμώνες του club, κάθε εθνικότητας, πίνανε τον καφέ τους και γράφανε. Γράφανε σ' αυτούς που αφήσαν πίσω τους.
«Να ένα χαρακτηριστικό, κοινό για μας, τα «ζώα της θαλάσσης»
Να χέσω το επάγγελμα. Αφήνεις το σπιτικό σου, την εστία σου, αυτούς που αγαπάς, σκυλοπνίγεσαι, τραβιέσαι, σε τρώει η μοναξιά, γι' αυτούς που αγαπάς.
Δηλαδή, θα προτιμούσες να είσαι φερ' ειπείν, δημόσιος υπάλληλος ή τραπεζικός υπάλληλος; Μετρημένη ζωή, γραφείο, χωρίς συγκινήσεις; Ρώτησε τον εαυτό του.
Η απάντηση ήρθε τελείως αυθόρμητα.
«Με τίποτα»
Η πόρτα άνοιξε κι ένα κύμα ψυχρού αέρα τον έκανε ν' ανατριχιάσει.
Σήκωσε τα μάτια του από τις κάρτες που έγραφε.
Τρία παιδάκια, δέκα - δώδεκα χρονών, δύο αγόρια και ένα κορίτσι που φορούσε μία σκούφια του Αι - Βασίλη, το καθένα και μ' ένα μουσικό όργανο, μια φυσαρμόνικα, έναν πλαστικό αυλό κι ένα μικρό βιολί, πλησίασαν και του έψαλαν το κάλαντα, σε μία γλώσσα που, αν και δεν καταλάβαινε, εν τούτοις τον άγγιζε.
Τους έδωσε ένα πεντοδόλαρο, κι εκείνα, μ' ένα «μερσί», κατευθύνθηκαν προς τα άλλα τραπέζια για είσπραξη.
Όταν τελείωσε με τις κάρτες, αγόρασε γραμματόσημα και τις έριξε στο γραμματοκιβώτιο.
Φόρεσε το παλτό του και βγήκε στο δρόμο.
Κατηφόρισε την ITALIELEI και έστριψε αριστερά, μπαίνοντας στον λαβύρινθο των στενών του παλαιού λιμανιού.
Το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια του, και κανα δύο φορές γλίστρησε επικίνδυνα.
Βρέθηκε στο δρόμο με τις «βιτρίνες», όταν πιά είχε σκοτεινιάσει.
Κοντοστάθηκε σε μία απ' αυτές.
Η κοπέλα, μια ψηλή φλαμανδική ομορφιά, καθόταν σε μία πολυθρόνα ρυθμού, σκαλιστή, φορώντας μόνο την κιλότα της, διάβαζε κάποιο βιβλίο.
Το αχνό ροζέ φως, από δύο κάθετους λαμπτήρες ΝΕΟΝ φώτιζαν την λευκή σάρκα της, τονίζοντας τα φυσικά προσόντα του κορμιού της.
Ο καπτα Χρίστος μισόκλεισε τα μάτια του, ενώ η επιθυμία μέσα του ξυπνούσε.
Σιγά - Σιγά η μορφή που έβλεπε άρχισε να σβήνει και στη θέση της μια άλλη μορφή εμφανιζόταν.
Μια μορφή τόσο γνωστή, τόσο αγαπημένη, τόσο επιθυμητή, τόσο δική του.
Μια μορφή που δεν ήταν δυνατόν να είναι εδώ, γιατί ήταν μίλια μακριά.
Κοίταξε φοβισμένος δεξιά κι αριστερά, να δεί μήπως υπάρχει άλλος, που θα βλεπε ότι έβλεπε κι αυτός, που θα βλεπε τον δικό του άνθρωπο γυμνό.
Δεν υπήρχε ψυχή.
Συνέχισε την φαντασίωση του. Αγκάλιαζε το κορμί που έβλεπε, το χάιδευε με λατρεία, το φιλούσε παντού κι έπαιρνε τα φιλιά του.
Η καταστροφή ήρθε με το γύρισμα της σελίδας του βιβλίου.
Η κοπέλα γυρνώντας τη σελίδα, σήκωσε τα μάτια της και τον είδε, του χαμογέλασε όλο πρόκληση και πήρε μια χυδαία στάση.
Το όραμα διαλύθηκε.
Βρέθηκε ξανά στο στενό με τις βιτρίνες, παγωμένος, να μην ορίζει τα πόδια του, να κοιτάζει σαν ηλίθιος την κοπέλα της βιτρίνας.
Ένοιωσε πανικό.
Πήρε δρόμο, πέρασε την Schippersstraat, (την οδό Πλοιάρχου) αφήνοντας πίσω του το μπουζουξίδικο Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΜΙΩΤΗ,και βγήκε στο BONAPARTE DOK. Σταμάτησε ένα διερχόμενο ταξί και γραμμή για το LEOPOLD DOK όπου το ΘΕΤΙΣ περίμενε υπομονετικά τον καπετάνιο του.
Ήταν πια σκοτάδι, έξι το απόγευμα.
Το ταξί τον άφησε στη σκάλα του βαποριού.
Ανέβηκε δύο - δύο τα σκαλιά, και έφτασε στην κουβέρτα. Εκεί τον περίμενε ο βατσιμάνης (*), που άκουσε το ζυγό της σκάλας να κοπανάει στα πλευρά του πλοίου όπως ανέβαινε, και είχε ζυγώσει στο κεφαλόσκαλο να δεί ποιος ανεβαίνει.
«Ο Θεός σ' έστειλε καπετάνιε έτσι νωρίς και μονάχος»
«Γιατί ρε Βαγγέλη; Τι συμβαίνει;»
«Πήγαινε και θα δείς»
Μπήκε στον αλλουέ και τράβηξε για το σαλόνι βιαστικός, μ' ένα ευχάριστο προαίσθημα στη καρδιά.
Με το έμπα, νοιώθει δύο χέρια να τον αγκαλιάζουν και δύο χείλη να τον γεμίζουν φιλιά, ενώ ένα γνωστό άρωμα χάιδεψε την μύτη του.
«Που γυρίζεις έξω με τέτοιο καιρό παλιόπαιδο; Ε;»
«Πήγα να σου στείλω κάρτα για τα Χριστούγεννα», ψέλλισε.
Ήταν το μόνο που βρήκε να πεί, μην έχοντας συνέλθει ακόμη από την έκπληξη.
Όταν έφυγε από την αγκαλιά της, είδε ότι στο σαλόνι ήταν κι άλλες, γυναίκες των αξιωματικών.
«Πως βρεθήκατε εδώ βρε, κι έτσι στα μουγκά, χωρίς ειδοποίηση;»
«Ήταν ιδέα - και καλή ομολογουμένως - του γραφείου, να μας στείλει να περάσουμε μαζί τις γιορτές, μια και θα μείνει το βαπόρι στην Αμβέρσα δεκαπέντε μέρες. Ήρθαν και μερικές γυναίκες του πληρώματος».
(*) Νυχτοφύλακας

«Και το παιδί;»
«Μια χαρά είναι με τη γιαγιά του και τον παππού του θα περάσει θαύμα»
Τα πρόσωπα όλων έλαμπαν από ευτυχία. Στην τελική, τα Χριστούγεννα προμηνύονταν πραγματικά Χαρούμενα.
Τσίμπησαν κάτι πρόχειρο που ετοίμασε ο μάγειρας, ήπιαν και λίγο κρασάκι και πρώτος ο γραμματικός, έχοντας αγκαλιά τη γυναίκα του, σηκώθηκε να φύγει.
«Άντε, καλή νύχτα κι αύριο με το καλό»
«Που πάς από τώρα, καπτά Δημήτρη; Τον πείραξαν οι άλλοι»
«Πάμε να ρίξουμε πασιέντζες να περάσει η ώρα», αστειεύτηκε
Τον ακολούθησαν και οι άλλοι να πάνε για «πασιέντζες» με τελευταίο τον καπετάνιο.
Χριστούγεννα πρωί - πρωί, οι γυναίκες, χορτασμένες φιλιά και χάδια, με πονηρά χαμόγελα και υπονοούμενα, μπήκαν μετά το πρωινό, στην κουζίνα, έβγαλαν τον μάγειρα στη «ράδα» (*) και άρχισαν τις δημιουργίες για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, με πρώτη και καλύτερη την κυρά Σαββίνα, τη γυναίκα του μαστρο Μιχάλη του Α' Μηχανικού, που Πολίτικης καταγωγής και παράδοσης ανέλαβε το γενικό πρόσταγμα της τερψιλαρύγγιας δημιουργίας.
Τι γαλοπούλες γεμιστές με κάστανα, κουκουνάρι και σταφίδες, τι δίπλες, τι ξεροτήγανα, τα ελέη του Θεού.
Κι αυτές, αλευρωμένες, με τα μανίκια ψηλά στους αγκώνες, δουλεύοντας, να μην βάζουν γλώσσα μέσα τους.
Και δως του γελάκια και δως του πειράγματα.
Τις άλλες ημέρες, θα έραβαν κουμπιά, θα πλέναν, θα σιδέρωναν για να φέρουν σε κάποια τάξη την εργένικη κάμαρα του καθ' ενός.
Το μεσημέρι, στρώθηκε το τραπέζι. Τι τραπέζι ήταν αυτό;
Και τι δεν είχε απάνω.
Το πλήρωμα μαζί με τους αξιωματικούς, αφού έψαλαν τα κάλαντα - τα Ελληνικά -
στρώθηκαν στο φαγητό.
Τα πειράγματα πήγαιναν και έρχονταν, τι έπαθε ο ένας στο τάδε λιμάνι, τι έπαθε ο άλλος στο δείνα λιμάνι, και τα γέλια τους ακούγονταν σ' όλο τον ντόκο, σκεπάζοντας τη φωνή του Πάριου στο στερεοφωνικό.
«Που πήγε όλη αυτή η χθεσινή κακοκεφιά;»
«Στα κομμάτια πήγε, στα κομμάτια»
Τώρα ο καθένας, με την σύντροφο του δίπλα του, ένοιωσε τις γιορτές, ένιωσε τη γέννηση του Χριστού μας, ένιωσε άνθρωπος.
«Άντε, και του Χρόνου σπίτια μας», ευχήθηκαν τσουγκρίζοντας.
«Αμήν, Παναγιά μου».
-------
(*) Αγκυροβόλιο

Χρίστος Μάντζαρης

Δεκέμβριος 2006

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1325

29 Ιουνίου 2016... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1324... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1323

14 Ιουνίου 2016

περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1322

3 Ιουνίου 2016

Στο πλαίσιο των προγραμματισμένων διαλέξεων προς τους σπουδαστές... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: Λ-1480

12 ΜαΪου 2016

Aγαπητοί συνάδελφοι, μέλη και φίλοι της Λέσχης,

Κατόπιν... περισσότερα