Ένας Λοστρόμος

Ο Γιώργος ο Λοστρόμος ή καπτα Γιώργης, όπως του άρεσε να τον φωνάζουμε γιατί έκανε ένα φεγγάρι ανθυποπλοίαρχος, ήταν ο πρώτος μου προϊστάμενος όταν πρωτομπαρκάρησα δόκιμος το '61 με το "JOHN L. MANTA". Ο μισθός μου, 15 λίρες και 10 σελήνια.

Ήταν ένα VICTORY του '45 με τουρμπίνα.

Ήταν μισο-Ελληνικών συμφερόντων και είχε Εγγλέζικη σημαία. Οι αξιωματικοί διπλοί. Κάτι γέροι Εγγλέζοι και οι αντίστοιχοι Έλληνες. Το πλήρωμα Έλληνες, σχεδόν όλοι Καριώτες.

Τι βαπόρι και κείνο!! Πέντε αμπάρια με διπλούς κοραδόρους, διπλές πόστες σε κάθε αμπάρι, ένα δάσος από μπίγες.

Επιπλέον δύο μαγγιώρες, σαράντα και είκοσι τόννων δίνανε στο καράβι την δυνατότητα, που λίγα άλλα είχανε , να μεταφέρει ότι βαριά μηχανήματα και εξαρτήματα χρειαζότανε όλες οι χώρες του Περσικού που τότε άρχισαν να χτίζονται.

Πάνω απ'όλα όμως ο δρόμος του. Δεκαεπτά μίλια οικονομική!!

Ούτε το "QUEEN MARY" να είμαστε. Όσο άνοιγες την τουρμπίνα τόσο περισσότερο δρόμο έκανε. Αφήναμε τα άλλα βαπόρια καραβοφάναρα!! Βασιλοβάπορο σας λέω!!

Το πήρα στο Rotterdam όπου για δύο μήνες κάναμε Special Survey . Εκεί ο καπτα Γιώργης, ο Λοστρόμος, είχε την τιμητική του. Τον βλέπαμε και τρέμαμε. Κάποιος τον είπε σκύλο Αγαρινό και του έμεινε.

Είμασταν πέντε δόκιμοι και οκτώ ναύτες. Αυτοί οι τελευταίοι ήταν όλοι πάνω από σαράντα, με πάνω απο 15 - 20 χρόνια υπηρεσία. Δέκα λοστρομαίοι ο καθένας.

Και όμως στον Καπτα Γιώργη, που ήταν Ναύτης με κεφαλαία γράμματα, δεν έβγαινε κανένας μπροστά.

Κάτω του μετρίου, απίθανα γεροδεμένος, κατάξανθος, με μικρά γαλανά μάτια, έμοιαζε περισσότερο με βόρειο Γιουγκοσλάβο παρά με Έλληνα.

Είχε και αυτός ενθύμια από τον πόλεμο. Το αριστερό του μπράτσο, σχεδόν πολτοποιήθηκε σε ένα ναυάγιο, αλλά λες από θαύμα χρησιμοποιούσε το χέρι του κανονικά εκτός απο το μικρό δάκτυλο που δεν ακολουθούσε τις κινήσεις των άλλων. Η ουλή όμως στο μπράτσο ήταν φοβερό να την βλέπεις. Λες και τον ράψανε με καραβίσια βελόνα και βαρδαμά. Και μάλλον έτσι θα'γινε. Δεν δέχθηκε ποτέ να μιλήσει γι'αυτό.

Εμένα που ήμουν ο μόνος από τους δοκίμους που έβγαλε σχολή, με πήρε από καλό και με έχρισε βοηθό του για να μου μάθει να γίνω «καπιτάνιος», όπως έλεγε.

Βέβαια αυτή η προτίμηση είχε και υποχρεώσεις. Με σήκωνε από τις έξη το πρωί να ετοιμάσουμε τα πότα με τα χρώματα του καθενός, ματσακόνια, ξύστρες, βαρέλια για να βάλουμε την λάσπη από τα τάγγια του πετρελαίου κ.λ.π. Έπρεπε στις οκτώ που βγαίνανε οι άλλοι στη δουλειά να είναι όλα έτοιμα για να μην καθυστερήσουν ούτε λεπτό.

Οχι ότι μου χαριζότανε άν έκανα κάτι στραβό. Μια φορά που μ'έβαλε να βάψω με καρμίνιο τις μπρίζες των αμπαριών, έβαλα περισσότερη μπογιά και έτρεξε λίγη στον μπουλμέ του μαγαζιού..

Ποιός είδε τον Θεό και δεν το φοβήθηκε. «τα λεφτά που έδωσε ο πατέρας σου να σε στείλει στην "σκολή" έπρεπε να σου τα αγοράσει λεμόνια να πουλάς στα λεμονάδικα. δεν κάνεις για καπιτάνιος εσύ..» φώναζε στην κουβέρτα να τον ακούνε όλοι.

Δεν έκανα για «καπιτάνιος», επειδή μου έσταξε λίγο καρμίνιο στον μπουλμέ .Σκύλος μοναχός σας λέω.

Οταν βγαίναμε έξω (σπάνια γιατί τα λεφτά δεν φθάνανε), με έπαιρνε μαζί του για να μην «ξεστρατήσω».

Ενα βράδυ, αργά, μαζί με δυό τρεις άλλους του καραβιού μπήκαμε σε μια μπάρα, στο Κάτεντραχ για μια μπύρα πριν πάμε στο καράβι.

Στο μπαρ καθότανε σ'ενα σκαμνί μια πανέμορφη κοπέλα. Αργότερα έμαθα ότι ήταν εβραία και την λέγανε Εσθήρ.

Δίπλα της όρθιος ένας Έλληνας, κοντός, μαυριδερός με χέρια που από μακρυά φώναζαν ότι δούλευε στη μηχανή, με μια φανέλα που έφθανε μέχρι το πηγούνι, της μιλούσε έντονα στα φραγκοχιώτικα.

Προσπαθούσε να την πείσει ότι αφού την κέρασε τόσα ποτά, έπρεπε τώρα να πάει μαζί του στο «Οτέλ». Εκείνη δεν ήθελε οπότε ο δικός μας αγρίεψε και σε μια στιγμή της στράφτει ένα χαστούκι που σχεδόν την έριξε κάτω.

Ο Καπτά Γιώργης που καθότανε δίπλα μου χωρίς να φαίνεται ότι δίνει σημασία, πετάχτηκε σαν αίλουρος και με ένα χτύπημα τον ξάπλωσε τον Μηχανικό. «Τις γυναίκες δεν τις βαράνε ρε, τις γ..ε μόνον όταν αυτές θέλουνε .».

Οι φίλοι του άλλου, πήγανε να κινηθούνε απειλητικά αλλά όταν είδαν τον καπτα Γιώργη αγριεμένο, με ένα μπουκάλι στο χέρι και έτοιμο για όλα, κάνανε πίσω.

Εμένα μου ανέθεσε να .περιθάλψω την κοπέλα. Ηταν η πιο όμορφη δουλειά που μου έδωσε ποτέ.

Εδώ θέλω να πω ότι δεν ξαναείδα Ελληνα ναυτικό να κακομεταχειρίζεται γυναίκα.

Τις αγαπούσαμε τις γυναίκες των λιμανιών και μας αγαπούσαν κι αυτές. Είμαι βέβαιος ότι αγαπούσαν τους Ελληνες Ναυτικούς περισσότερο από κάθε άλλη Εθνικότητα.

Βαθειά θρησκευόμενος δεν άφηνε ευκαιρία να μην πάει στην εκκλησία, όπου υπήρχε.

Στην Ευρώπη που τον ξέρανε μετά από τόσα χρόνια, πήγαινε στον δεξιό ψάλτη και έψελνε.

Αλλά είχε μία ειδική σχέση με το Χριστό. Ενα είδος Λυκοφιλίας. Θεωρούσε ότι σαν Θεός που είναι, έχει υποχρέωση να αποτρέπει κάθε κακό και δυσάρεστο.

Οταν ήταν μόνος του, έστηνε συζήτηση μαζί του και πάντα διαφωνούσαν. Οπως είπα θεωρούσε το Χριστό υπεύθυνο για κάθε ανεπιθύμητο που του συνέβαινε.

Μια φορά στο πέλαγος κατέβηκα από την βάρδιά μου (με είχανε κάνει ανθυποπλοίαρχο οι Εγγλέζοι και έκανα την 12-4), και πήγα πίσω στο πούπι να δω τους άλλους δοκίμους.

Πηγαίναμε προς Περσικό με General . Τότε το καράβι έπρεπε να έχει τα σαμπάνια για την εκφόρτωση. Όλοι λοιπόν κάνανε σαμπάνια καθισμένοι πάνω στο τέσσερα. Ο λοστρόμος ήταν μόνος του πίσω και έκανε για γάσα.

Τον άκουσα να μιλάει και έστησα αυτί.

Κάτι φαίνεται δεν του πήγαινε καλά με τη γάσα και ως συνήθως, το φόρτωσε στο Χριστό..

Γιατί ρε Χριστέ, μου πας κόντρα; Δεν σου ανάβω το κερί σου όποτε μπορώ; Δεν λέω τα πατερημά μου; Εσύ γιατί μου κολάς ..;

Και να'σουνα από καμιά καλή οικογένεια θα έλεγα πάει καλά. Αλλά ο πατέρας σου, δηλαδή τι πατέρας σου, μαραγκός ήταν, και η Μάνα σου ... (είναι και μερικά που δεν γράφονται)...

Αλλά όταν σε σταυρώσανε σου βάλανε δύο πρόκες. σκορτσάρισες μια-δυο φορές, έφυγες και μου κάνεις τον κονιόρδο. Αν ήμουν εκεί να σου βάλω μπουλόνια με διπλά παξιμάδια, θα έφευγες;

Πως θα έφευγες !!!..... Εμένα με έπιασε σύγκριο που τα άκουγα....

Οσο λίγο μίλαγε ο Καπτα Γιώργης, τόσο πολύ βλαστήμαγε.

Η αγαπημένη του βρισιά ήταν «να σε γ...ω χίλιες φορές και μία με το ζόρι». Την επανελάμβανε διαρκώς.

Σε κάθε ταξείδι, περνάγαμε από τον Πειραιά, όπου φορτώναμε κυρίως μήλα και πορτοκάλια για Jeddah .

Οταν το καράβι έπιανε Πειραιά, πάντα για λίγες ώρες, ερχότανε οι συγγενείς του πληρώματος, παιδιά, γυναίκες και γινότανε το αδιαχώρητο.

Σε μια απ'αυτές τις γρήγορες προσεγγίσεις, ο Λοστρόμος κατέβαζε την πρυμιά μπίγα του τέσσερα.

Φαίνεται ότι του γλύστρησε το ποδάρι από το βίντζι και η μπίγα γκρεμίστηκε με πολύ θόρυβο στα ρέλια του Accommodation και πέρασε ξυστά από τον αρχιεργάτη της πόστας. Λίγο πιο κει αν ήτανε ο άνθρωπος θα τον έλιωνε. Πανικός!!! Ολοι να τρέχουν, να φωνάζουν και ο Λοστρόμος να βλαστημάει πιο δυνατά από άλλες φορές γιατί βλέπεις ήταν υπεύθυνος για τη ζημιά.

Η γυναίκα του Λοστρόμου που στα νιάτα της πρέπει να ήταν πολύ ωραίο κορίτσι, άκουσε τη φασαρία από την τραπεζαρία και βγήκε στην κουβέρτα.

Βλέπει τον άνδρα της έξαλλο και προσπαθεί να τον καλμάρει όσο μπορεί: «Γιώργη μου ησύχασε, μη φωνάζεις, ευτυχώς δε χτύπησε κανένας .»

Που να ακούσει αυτός. «Φύγε και εσύ της λέει, μη σε γ...ω Χίλιες φορές και μιά με το ζόρι.»

«Ας μπορούσες μία φορά Γιώργη μου και εγώ δεν θέλω ζόρι.» ήρθε σβουριχτή η θηλυκιά ατάκα.

Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Ολη η ένταση της στιγμής εκτονώθηκε σε απίθανη ευθυμία με φωνές επιδοκιμασίας και ακράτητα γέλια.

Ακόμα και ο Σκύλος ο Αγαρινός που καταλάβαινε ότι δεν τον έπαιρνε να κάνει το θυμωμένο, ξέσπασε σε γέλια....

Οτι ξέρω από κουβέρτα, τα έμαθα, σχεδόν όλα, από εκείνο τον Λοστρόμο, τον Καπτα Γιώργη.

Δεν ξέρω αν υπάρχουν τέτοιοι ατόφιοι ναυτικοί σήμερα.

Εκείνος ήταν. Ναυτικός. Ατόφιος. Αρχοντας στο χώρο του.

Ώρα του καλή.

Πάνος Τριανταφυλλίδης

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1325

29 Ιουνίου 2016... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1324... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1323

14 Ιουνίου 2016

περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1322

3 Ιουνίου 2016

Στο πλαίσιο των προγραμματισμένων διαλέξεων προς τους σπουδαστές... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: Λ-1480

12 ΜαΪου 2016

Aγαπητοί συνάδελφοι, μέλη και φίλοι της Λέσχης,

Κατόπιν... περισσότερα