O θάνατος του Καλλιστώ

Ο χρόνος πού περνούσε και η κρίση πού συνέχιζε αδυσώπητη απ' το '81, μάς έριχναν καθημερινά και μιά ξανάστροφη ‘...πού ήταν όλη δικιά μας’(καθώς λέμε στο χωριό)
Επειτα από χρόνια αγώνων στη θάλασσα, εκεί στα μέσα του 60 και μετά, καταφέραμε να βρεθούμε στα ανθρώπινα βαποράκια πού μάς πουλούσε η Ναυτιλιακή Ευρώπη κι΄άς ήταν τα αποφόρια της.
Ηταν εκείνα τα όμορφα Σκανδιναυικά, Γερμανικά, Ολλανδικά
μεταπολεμικά σκαριά πού σαν πρωτομπαρκάραμε τα βλέπαμε στα λιμάνια της γής, τα καμαρώναμε και φθονούσαμε τους Ευρωπαίους ναυτικούς τους.
Πρίν όμως προλάβουμε να χαρούμε το αρμένισμα των νυμφών εκείνων της θάλασσας ήρθε η κρίση κι’ άρχισε να ρημάζει άρμενα κι’αρμενιστές.
Εμείς οι ασήμαντοι, στα βαπόρια και στα γραφεία, είχαμε ασίγαστη αγωνία για το σκοτεινό αύριο. Ακόμη ίσως να είχαμε και αίσθημα ενοχής επειδή υπήρχαμε, επειδή έπρεπε να δουλέψουμε.
Ολα εκείνα τα πανέμορφα καράβια ήρθαν και σωριάστηκαν στις ντάνες, στο Πλατυγιάλι, την Ελευσίνα, τη Στυλίδα παντού.
Βουβά και μαύρα μέσα στις ντάνες της σιωπής αιμορραγούσαν
εξαντλημένα κάτω απ’ το άδειο βλέμμα των αμήχανων ναυτικών κι'ολων των άλλων ανήμπορων που μέχρι τότε βυζαίναμε το πλούσιο γάλα τους.
Οταν τελικά οι ελπίδες έδυσαν, ένα-ένα εκείνα τα στολίδια των ωκεανών που η κατασκευή τους είχε την σκιά του πραγματικού καραβοκύρη, πήραν τή ρώτα την τελευταία για το ταξίδι του χαμού.
Ένα απ΄τα ομορφότερα εκείνα πλοία της εποχής ήταν και το ΄΄Καλλιστώ’’.
Με πολλές δυσκολίες, του βρήκαμε έναν ναύλο από την Πούλα της Γιουγκοσλαβίας (βόρειος Αδριατική) πρός Καράτσι, φορτίο βαρέλια πίσσας.

Το Καλλιστώ ήταν παροπλισμένο μαζί με άλλα στο Πλατυγιάλι του Αστακού, μιά πανέμορφη αγκάλη πού ξάνοιγαν χαμηλοί ρόδινοι λόφοι κατάφυτοι από αιωνόβιες βελανιδιές. (Αυτήν την αγκάλη που οι αθεόφοβοι την έκαναν σαν τά μούτρα τους και ήθελαν να φέρνουν τοξικά απόβλητα!)
Ηταν απαγκιασμένο στην μαγεία του Πλατυγυαλιού κανα-δυό χρόνια ήδη, όταν ανεβήκαμε τρείς τέσσερις - ουσιαστικά για να το σαβανώσουμε για το τελευταίο του ταξίδι. Μιά μέρα πρίν τον απόπλου 'ηρθε και το πλήρωμα. Πήραμε τα απαραίτητα εφόδια και τήν άλλη μέρα αποπλεύσαμε για την Πούλα.
Το πλήρωμα πού ναυτολογήθηκε στον Αστακό ήταν το ελάχιστο
επιτρεπόμενο με την σύνθεση του πλοίου για να μας επιτραπεί ο απόπλους. Από την Πούλα όμως ξεμπαρκάραμε όλους όσους δέν ήταν απολύτως απαραίτητοι.
Μείναμε ελάχιστοι. Στη γέφυρα έμεινα εγώ, ο ‘Νταής’ από την Ζαβέρδα, πρώην λοστρόμος και τότε πρακτικός ανθυποπλοίαρχος, και ο Μαρκόνης.
Οι αρχές τότε δέν έκαναν έλεγχο συνθέσεως. Το MOU δέν είχε συσταθεί.
Στη μηχανή Πρώτος ήταν ένας του Ασπροπύργου, πολύ καλός
άνθρωπος. Εμπιστοσύνη είχα στον 0εύτερο, τον Σταύρο από την Θάσσο πού ήταν παλιός στην εταιρεία με εμπειρία και προϋπηρεσία στο Καλλιστώ.
Στήν Πούλα του Τίτο φορτώσαμε τα βαρέλια της πίσσας και σαλπάραμε.
Στο Καλλιστώ είχα προϋπηρετήσει για ενάμισυ σχεδόν χρόνο
παλαιότερα και είχα μαζί του ιδιαίτερη σχέση.
Ηταν θλίψη απερίγραπτη να αισθάνεσαι ότι οδηγούσες το όμορφο εκείνο πλοίο στο θάνατό του.
Περάσαμε το κανάλι και φθάσαμε χωρίς προβλήματα στο Καράτσι. Ηταν ακόμη νωρίς και δέν είχαν πιάσει τα μουσόνια.
Το Καλλιστώ λειτουργούσε υποδειγματικά λές κι' ήθελε να απαλύνει την ενοχή των δημίων του.
Καταπλεύσαμε, φουντάραμε στη ράδα όπου μείναμε λίγες μέρες.

Πέσαμε δίπλα κομπλετάραμε την εκφόρτωση και μετά βγήκαμε και φουντάραμε πάλι στη ράδα.
Ηρθε η ώρα να το παραδώσουμε στούς παλιατζήδες.
Η λάντζα τού πράκτορα έφερε ένα μπουλούκι των αγοραστών με επί κεφαλής τον πιλότο-αντιπρόσωπό τους και έφυγε παίρνοντας πίσω τούς δικούς μας. Μείναμε πέντε άτομα να οδηγήσουμε το πλοίο στην αμμο. Ο πιλότος-αντιπρόσωπος υπέγραψε το πρωτόκολλο παράδοσης και του δώσαμε όλα τα κλειδιά εκτός από το κλειδί της καμπίνας μας.
Σχεδόν αμέσως οι Πακιστανοί χύμηξαν μανιακά πάνω στό άμοιρο πλοίο κι' αρχισαν να το λεηλατούν αρχίζοντας από τσιγάρα, τρόφιμα, όργανα, ανταλλακτικά, υλικά κλπ. Μετά άρχισαν να μακελεύουν τον εξαρτισμό, μπαστέκες, συρματόσχοινα, κλειδιά, βάρκες.
Ηταν σάν να μακέλευαν ένα ζωντανό σώμα πού πήγαινε στο ικρίωμα, τούκοβαν τα αυτιά, την μύτη, τα χέρια, τα χείλια αφήνοντάς του μόνο τα πόδια για να περπατήσει ως το σανίδι του θανάτου του. Εβλεπα ‘το δικό μου Καλλιστώ’ να αντέχει το μακέλεμα οδεύοντας προς το λεπίδι. Θλίψη αβάσταχτη.
Ουσιαστικά καπετάνιος ήταν πλέον ο Πακιστανός και εγώ δέν ήμουν πάρεξ ο καπετάνιος των πέντε Ελλήνων (Πρώτος, 0εύτερος, Ηλεκτρολόγος, Νταής ) πού μας ήθελαν για να γυρίσει η προπέλα μέχρι το τέλος.
Φύγαμε μεσημέρι από τη ράδα και σε μιά ώρα καταπλεύσαμε ανοιχτά της μεγάλης ακτής των διαλυτηρίων όπου φουντάραμε περιμένοντας την μαρέα ώστε να μπορέσει το πλοίο να φθάσει όσο γινόταν περισσότερο έξω στα ρηχά με όλο του το δρόμο.
Το Γκαντάνι είναι μιά υπέροχη (κατά τα άλλα) ομαλή αμμουδερή ακτή πού κοιτά την δύση το ανοιχτό πέλαγος, αρκετά μίλια μήκους κατα την έννοια βορρά/νότου. Θα μπορούσε να είναι κάλλιστα η κόπα-καμπάνα του Πακιστάν. Αντί για λυγερόκορμες ηλιοκαμένες τουρίστριες στην
αμμουδιά σε μήκος δύο έως και τριών μιλίων κείτονταν κουφάρια πλοίων με τις φαγωμένες λίγο ή πολύ πλώρες πρός την κόλαση της στεριάς και τις πρύμνες στραμμένες προς τον ωκεανό όπου διάβαζες τα ονόματα και τα λιμάνια νηολογίου.
Σχεδόν όλες οι πρύμνες έδειχναν την Ελληνική καταγωγή. Στίς περισσότερες απ΄αυτές κρέμουνταν ακόμη λωρίδες ξέφτια φαγωμένα απ’ τον άνεμο και τον ήλιο οι Ελληνικές τους σημαίες.
Ηταν εκεί η ‘Κατίνγκω’, η ‘Παναγία Ελεούσα’ η ‘Αθηνά’ κι'
εκατοντάδες άλλα σκαριά πού όργωσαν τους ωκεανούς.

Περιμένοντας την ‘μαρέα’ παρακολουθούσα με τα κιάλια τα ξεχασμένα κουρέλια των Ελληνικών σημαιών, τίς μικρές εκείνες Ελλάδες συρμένες απ' τα μαλλιά στην άμμο ξεπουλημένες σε άγνωστους παλιατζήδες.
Το ''κατα συνθήκην ψεύδος του πατριωτισμού μας'' έχει ευφυώς παρασιωπηθεί καίτοι ξεγυμνώνεται οπουδήποτε πρυτανεύει το κέρδος και απαιτείται ιδρώτας. Ημουν ήδη πολύ μεγάλος γιά να μπορώ να απορώ με τους συμπατριώτες μου κι' έτσι αφέθηκα στην άφατη και μυστήρια οδύνη πού κυριαρχούσε επάνω μου όσο άκουγα ακόμη τόν παλμό της καρδιάς (των ηλεκτρομηχανών) του Καλλιστώ να χτυπά.
Ηρθε η ώρα η δύσκολη και η ψυχή μου ήταν ασήκωτη.
Βιράραμε για τελευταία φορά και ξανοιχτήκαμε λίγο μακρυά για να πάρουμε ...φόρα δηλαδή να δώσουμε τράτο για να προλάβει να πιάσει το πλοίο τον μέγιστο δρόμο του.
Το καλό μου Καλλιστώ σάν έστρεψε την πλώρη του στον ανοιχτό ωκεανό ίσως και να νόμισε πώς ο επικρεμάμενος θάνατός του ήταν ένας παροδικός εφιάλτης ονείρου που διαλύθηκε και πώς ξαναξεκινούσαμε πάλι μαζί για την ζωή στους βαθυγάλανους ωκεανούς, στη νιότη των ρόδινων οριζόντων, όμως αλίμονο! Ηταν μόνο μιά τελευταία στρέψη
για να δεί τον ανοιχτό ορίζοντα πρίν το ‘όλο αριστερά’ που ακούστηκε επαναφέρει τη ζοφερή εικόνα του θανάτου που στεκόταν εκεί στην βρώμικη άμμο της ακτής.
Οταν βρεθήκαμε στην σωστή απόσταση πήραμε πορεία πρός το σημείο της ακτής που μας περίμεναν ένα σμάρι σφαγείς και ανοίξαμε όλες τις τροφές της καλής μας μηχανής πού τότε πιά το κατάλαβε κι’άρχισε να ξεκρίνει το κύκνειο άσμα της: ‘πα-πα-πάμ, πα-πα-πάμ, πα-πα-πάμ’.
Σε λίγα λεπτά το Καλλιστώ και η ψυχή μας σύρθηκαν στη μαύρη άμμο με 15 μίλια δρόμο κι’ εκεί μείναμε ξέπνοοι.
Μια στρατειά φουκαράδων ορεσίβιων από την ενδοχώρα του Πακιστάν όρμηξαν σάν αγριόγατες απ’ όλες τις μπάντες και πλημμύρισε το βαπόρι.
Αμέτρητα χέρια έδεσαν χοντρά συρματόσχοινα στη πλώρη, πήραν τις καδένες των αγκυρών έξω σε εκπληκτικά μικρό χρόνο προσπαθώντας να καθηλώσουν στόν ‘τάκο’ το κεφάλι του ζωντανού εκείνου πλάσματος με γερά σχοινιά για να του δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στον ‘αυχένα’ ενω η πρύμνη του ακόμη ανέμιζε δείχνοντας τήν ύστατη απέλπιδα
αντίσταση στον δήμιό του.
Πήγα στην Πρύμνη πού ακόμη ριγούσε, κατέβασα την Σημαία και την έβαλα παρέα με τον Αϊ-Νικόλα στο σάκκο.
Εστησαν μιά καντηλίτσα από την πλώρη πρός την ακτή και πρίν σκοτεινιάσει τσουλίσαμε από εκεί ένας-ένας έξω ως πού πατήσαμε μέσα στη φρίκη του απέραντου διαλυτηρίου. Στο γραφείο των παλιατζήδων, καρσί στην πλώρη του καραβιού μας, περάσαμε τον τελωνειακό έλεγχο.
Σάν βγήκαμε για να μπούμε σ' ένα παλιό μικρό λεωφορείο είχε ήδη σουρουπώσει, αλλ' είχε τόσο φώς όσο χρειαζόταν στο ήδη ακρωτηριασμένο Καλλιστώ να μάς δεί με επιθανάτια αγωνία και επίγνωση να δραπετεύουμε μέσα απ' τις σκουριές.
Το πρωϊ στό ξενοδοχείο ηρθε να μας δεί ο αρχιπαλιατζής -ο σφαγέας.
Ηρθε με ένα τεράστιο αμερικάνικο πολυτελές αυτοκίνητο πλουμιστό με γύφτικη μαστοριά και ένα πλήθος υποτακτικών που έτρεχαν από δώ κι’ από κεί να τον κωλοσιάζουν.
Ειχα στο μυαλό μου την εικόνα των χιλιάδων εργατών πού ερχόντουσαν λέει από την ενδοχώρα και δούλευαν με γυμνά χέρια και πόδια μέσα στην κόλαση του διαλυτηρίου γιά λίγα σέντσια τη ημέρα.
Τι να του πείς εκείνου εκεί “στη Βασσόρα στη Μοσούλη στην παλιά την χουρμαδιά!. Καληνύχτα Κεμάλ...
Κ.Π.Ζουμής-Ναυτικός - Απόφοιτος 1963

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1325

29 Ιουνίου 2016... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1324... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1323

14 Ιουνίου 2016

περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: ΔΤ-1322

3 Ιουνίου 2016

Στο πλαίσιο των προγραμματισμένων διαλέξεων προς τους σπουδαστές... περισσότερα

Αριθ. πρωτ.: Λ-1480

12 ΜαΪου 2016

Aγαπητοί συνάδελφοι, μέλη και φίλοι της Λέσχης,

Κατόπιν... περισσότερα